Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2007

Πρώτες επισημάνσεις

(Τα άρθρα που ακολουθούν αποτελούν μια σειρά σκέψεων, με αφορμή τα βιβλία "Η περί Θεού αυταπάτη" του Richard Dawkins και το "Τέλος της πίστης" του Sam Harris. Κάθε αναφορά και απόσπασμα προέρχονται από τις ελληνικές μεταφράσεις των βιβλίων, εκδόσεις Κάτοπτρο (2007) και Ενάλιος (2008) αντίστοιχα, στα οποία θα αναφέρομαι από εδώ και στο εξής ως ΠΘΑ και ΤΠ)

Καταρχήν, να ξεκαθαρίσω τη θέση μου. Αισθάνομαι αρκούντως αγνωστικιστής του τύπου 6, όπως τον ορίζει ο Dawkins, δηλαδή ένα βήμα πριν την απόλυτη αθεΐα, αλλά βήμα σαφώς διακριτό: "Πολύ μικρή πιθανότητα (ενν. ύπαρξης του Θεού), αλλά μεγαλύτερη από μηδέν. De facto αθεϊστής" (ΗΠΘΑ, σελ. 73). Σε αυτό έχω κατασταλάξει από καιρό. Ερευνώ και αποδέχομαι την πραγματικότητα της ζωής και του κόσμου, μονάχα στη βάση μιας φυσικής και όχι μεταφυσικής επιχειρηματολογίας, στη βάση της Επιστήμης και όχι σε αυτήν της Αποκάλυψης. Επιλύω τα καθημερινά μου προβλήματα, σα να μην υπήρχε ένας θεός ή χιλιάδες. Αγωνίζομαι για την αλήθεια, όσο μου επιτρέπει η ατελής λογική μου (η οποία έχει βάσεις και καλλιεργείται διαρκώς περισσότερο), παρά το απόλυτο δόγμα (το οποίο παραμένει αυθαίρετο και στάσιμο). Αλλά παρ' όλα αυτά, ένα χειμωνιάτικο βράδυ γύρω απ' τη φωτιά ή πάλι κάποιο καλοκαιρινό δειλινό, στο χείλος της θάλασσας, όταν η παρέα κυριευμένη απ' τη γαλήνη ή το δέος της ύπαρξης, αναμοχλεύει τα χιλιοειπωμένα αλλά τόσο γοητευτικά ζητήματα του θείου και της ζωής, τότε ποτέ δε θα μπορούσα να είμαι απόλυτος. Ωστόσο, το ζήτημα καταντάει τόσο ακαδημαϊκό που χάνει πια το νόημα και την ουσία του (αν έχει κάποια). Δεν απομένει τίποτε περισσότερο από ένα διανοητικό παιχνίδι φαντασίας. Αν, για παράδειγμα, δύναται ο Θεός να είναι παντογνώστης και παντοδύναμος ταυτόχρονα ή αν η νοητή πραγματικότητα που αντιλαμβανόμαστε, αλλά και η ύπαρξη μας η ίδια, δεν είναι παρά μια τετραδιάστατη προβολή μιας πολυδιάστατης πνευματικότητας κι άλλα τέτοια αξιοπερίεργα. Θέματα όμορφα για κουβέντα, άχρηστα ωστόσο στην πράξη.

Δεν αντιλέγω πως, στα δύσκολα και απτά προβλήματα της ανθρωπότητας, η λατρεία ενός ή περισσοτέρων θεών μπορεί να αποτελεί μιας μορφής απάντηση. Διαφωνώ όμως, ρητώς και καθέτως (το τονίζω), πως αυτή η απάντηση μπορεί να είναι η μοναδική, η καλύτερη δυνατή (το αντίθετο ίσως) ή, πολύ περισσότερο, ότι είναι αληθής. Και επιτέλους, ας αποσυνδέσουμε μια για πάντα το θέμα του θεού από το θέμα της Ηθικής. Η σχέση δεν είναι ούτε κατά διάνοια σχέση ισοδυναμίας κι ετούτη η παρεξήγηση πρέπει να λυθεί και να αποκατασταθεί, τελειωτικά και αμετάκλητα, καθώς είναι μια εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την οποιαδήποτε συζήτηση με νόημα. Πάλι καλά που η φιλοσοφία το έχει κατανοήσει αυτό από αιώνες.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν υπάρχει κανένα νόημα σε τέτοιου είδους συζητήσεις. Με άλλα λόγια, αν υπάρχει κάποια, οσοδήποτε μικρή, δυνατότητα πειστικής επιχειρηματολογίας, ικανής να κλονίσει τα θεμέλια της μιας ή της άλλης θέσης. Αισθάνομαι ότι σε καμία περίπτωση δεν τίθεται θέμα πειθούς, στο βαθμό που κι από τις δύο πλευρές κανείς δεν ξεκινά το διάλογο από ουδέτερο έδαφος, αλλά από συγκροτημένες πεποιθήσεις. Τουλάχιστον οι πεποιθήσεις της επιστήμης επικυρώνονται ή ακυρώνονται, δηλαδή υπόκεινται σε έλεγχο. Για εκείνες της θρησκείας, βέβαια, ούτε κουβέντα. Έχουν το ακαταλόγιστο. Από τη σοφή "αφέλεια" του ερωτήματος που έφερνε τον παιδικό μας εγκέφαλο σε αμηχανία - το οποίο θεωρώ ότι δε χάνει ποτέ τη γοητεία του ή την ικανότητα να σε κάνει να χαμογελάς πονηρά - αν, δηλαδή, θα μπορούσε ποτέ ο Θεός να φτιάξει ένα βράχο τόσο μεγάλο και βαρύ που να μη μπορεί να τον σηκώσει ούτε ο ίδιος, έως και την αφελή "σοφία" του οντολογικού επιχειρήματος, η θρησκεία βρίσκεται παγιδευμένη στον ίδιο της το λάκκο.

Όχι, λένε κάποιοι θεολόγοι, το μεγαλύτερο λάθος μας ήταν που χαθήκαμε στο γράμμα κι έτσι δώσαμε πάτημα στους οχτρούς να μας αντιμετωπίσουν με τα ίδια μας τα όπλα. Όχι στο γράμμα, να επιστρέψουμε στο πνεύμα, λένε. Αν όμως κι εκεί αληθεύει πως οι άνθρωποι μπορούν να είναι ηθικοί, να σέβονται ή ν' αγαπούν πέρα από τα πλαίσια και τις διδαχές οποιουδήποτε δόγματος και μεταφυσικής, τότε ποιος ο λόγος να επιμένουμε ακόμη και να ασφυκτιούμε σ' ένα άγονο τέλμα, που ούτε κατ' ευφημισμόν δεν μπορούμε να το ονομάσουμε θεόπνευστο; Όλα ετούτα μπορεί να έχουν κάποιαν αλήθεια, μπορεί πάλι και καμία. Ωστόσο δε μπορούμε να αρνηθούμε στη συζήτηση ετούτη μια μεγάλη ωφέλεια. Γιατί το τίμιο και ειλικρινές πνεύμα, το οποίο αναζητά μιαν άκρη, μιαν αλήθεια καταφέρνει με τη συζήτηση καταρχήν να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό του και τα πιστεύω του, και στη συνέχεια τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν και που συναναστρέφεται. Τελικά, να σεβαστεί αν όχι την εγκυρότητα των θρησκευτικών κινήτρων, τουλάχιστον το ρόλο που διαδραματίζουν και τη σημασία τους στη ζωή και τη δράση του είδους μας.

Οφείλω, επίσης, να επισημάνω πως αν καμιά φορά, μέσα από τα λεγόμενά μου, διακρίνεται κάποιο μικρό μεταφυσικό ολίσθημα, από εκείνα που απεχθάνεται ο Dawkins, του τύπου "είμαι άθεος /αγνωστικιστής αλλά...", αυτό θα οφείλεται το πιθανότερο όχι σε πρόθεση αλλά στη συσσωρευμένη πλύση εγκεφάλου όλων αυτών των τριάντα-τριών ετών. Ο από λίκνου ύπουλος προσηλυτισμός, τον οποίο έχουν υιοθετήσει από κοινού οι περισσότερες θρησκείες, είναι ένα άγος που βαραίνει και θα βαραίνει κάθε δύστυχη ύπαρξη, ένα βάρος που κι εγώ δυστυχώς ακόμη αγωνίζομαι να αποτινάξω. Καταλήγω πως η θρησκεία (η οργανωμένη δηλαδή πίστη) είναι ίσως το μόνο προπατορικό αμάρτημα που μας βαραίνει και το μόνο που θα είχε, τελικά, κάποιο νόημα να ξεπλένουμε από τα γεννοφάσκια μας.

Τα δικά μου υπολείμματα "πίστης" - ή μάλλον η αφετηρία του θανάτου τους - ανάγονται στη μέση εφηβεία μου, κατά την οποία διαπίστωσα σταδιακά πως η θρησκευτικότητά μου εξαντλούταν στο ρόλο ενός προστατευτικού καλύμματος για τις ανασφάλειες και τις φοβίες μου. Όταν απέκτησα το θάρρος να αντιμετωπίσω τις σκιές του μυαλού μου με επίγεια μέσα η ανάγκη για πίστη, τουλάχιστον η συνειδητή, έπαψε να τροφοδοτείται. Εκεί τελείωσαν για μένα όλα. Μάλιστα, καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, συνειδητοποιώ το εξής: ενώ η επιστήμη για να αντιπαλέψει τις σκιές του νου αγωνίζεται ρίχνοντας αδιάλειπτα όσο το δυνατόν περισσότερο φως, η θρησκεία - τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό - αγωνίζεται αντιθέτως να σκοτεινιάσει το νου. Προφανώς στο πηχτό σκοτάδι, δεν υπάρχουν σκιές να μας τρομάξουν! Αρκεί να συνηθίσει κανείς το σκοτάδι.

Δεν ξέρω αν σκέφτομαι, όπως σκέφτομαι, εξαιτίας της μαθηματικής επιστήμης ή αν επέλεξα την τελευταία εξαιτίας του τρόπου που σκέφτομαι. Ξέρω μονάχα ότι ακόμη κι αν έθετα το δάχτυλό μου επί των τύπων των ήλων, ακόμη και τότε θα αμφισβητούσα το δάχτυλό μου. Όσον αφορά στη μεταθανάτια ζωή, η μόνη απάντηση κρύβεται στη μεταθανάτια ζωή (αν υπάρχει). Για τη ζωή ετούτη όμως, ποια παρηγοριά ή ποιο νόημα (αν υπάρχουν επίσης), μπορεί να μας προσφέρει η Αποκάλυψη; Για μένα κανένα, πέρα από ψευδαισθήσεις και αυταπάτες. Κι ενώ συμβαίνει, ενίοτε, η αξία μιας ψευδαίσθησης να είναι υψηλή, ωστόσο ουδέποτε κατανόησα το ρόλο του προσηλυτισμού στην ψευδαίσθηση ή τη μιζέρια του άλλου. Ας κάνει ο καθένας το κουμάντο του κι ας κριθούμε όλοι σαν φτάσει το πλήρωμα του χρόνου, όπως ή όποτε κι αν το ορίζει αυτό κανείς.

Δεν έχω σκοπό να πείσω ή να πειστώ για ο,τιδήποτε. Θεωρώ πως κάθε αλλαγή στάσης οφείλεται περισσότερο σε εμπειρικές πιέσεις παρά σε ορθολογικές αναλύσεις. Με αυτή την έννοια, ό,τι κι αν ειπωθεί εδώ έχει να κάνει με την προσπάθεια να ορίσω και να κατανοήσω πληρέστερα τις δικές μου θέσεις και το δικό μου σύμβολο της "πίστεως". Για να μην υπάρχουν λοιπόν παρεξηγήσεις, από αυτή τη θέση-αφετηρία, ξεκινάω ετούτο το e-μερολόγιο.