Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Για τους Ιβάν του κόσμου ...

Στις πλοκές και της περιπλοκές του μυθιστορήματος "Αδερφοί Καραμάζοφ", θα συναντήσει κανείς τον αδερφό Ιβάν. Ο Ιβάν είναι ο άνθρωπος, ο οποίος - όμοια μ' ένα σωρό από μας - λυγίζει δίχως επιστροφή, κάτω απ' την άρρητη φρίκη των δεινών της ύπαρξης. Ο Θεός της Αγάπης έχει - στα μάτια του - τα λάθος μέτρα, ίδιο σεντόνι του Χαλεπά. Όπως δηλαδή το θέλει ο θρύλος, να εξαντλείται νωρίτερα απ' το σώμα. Οι πτυχώσεις χάσκουν ορθάνοιχτες στα τέρατα. Πάντα η ανθρωπότητα θα περισσεύει, μ' όποιο μέτρο κι αν την περιφράξεις. Μπροστά στον παραλογισμό αυτό, βάζει ο Ντοστογιέβσκη τον Ιβάν να διακηρύττει πως, του Θεού εκλιπόντος, τα πάντα επιτρέπονται - ως κι η ανθρωποφαγία. Η φράση ετούτη (διάσημη μέχρι τα όρια του τετριμμένου), μέσα στα πλαίσια του έργου, ειπωμένη από ένα χαρακτήρα με την ιδιοσυγκρασία του Ιβάν, κυλάει μεστή κι αβίαστη, σα γλυκόπιοτο φαρμάκι. Δε πέφτουν πυροτεχνήματα, ούτε σαλπίζουν Χερουβείμ. Οι επικές φαντασιώσεις, σαλονάτης και αστικής ενδοσκόπησης, είναι παντελώς ξένες με το πνεύμα του Φιόντορ. Όταν διαβάζεις τις φρενήρεις εξομολογήσεις των ηρώων του, γίνονται μέσα στη λάσπη και τη βουή των ανθρώπινων και όχι πάνω σε μοκέτες. Για τον αστό, όταν ο θεός εξαφανίζεται ή πεθαίνει, εκείνο το "όλα επιτρέπονται" μεταφράζεται σε καθαρά προσωπικό πανικό, δηλαδή φτάνει μόνο για το πετσί του: δεν υπάρχει κανείς να προστατέψει τον ίδιο ή την περιουσία του. Η πόνος του Ιβάν δεν έχει καμία σχέση με την παχυδερμική κρούστα των βολεμένων. Όταν η ψυχή του γονατίζει κατάκοπη, εξασθενημένη, είναι γιατί μαστίζεται απ' τον άμετρο και αμέτρητο πόνο των πλασμάτων, γύρω του, παντελώς αδιάφορη για την προσωπική της μοίρα. Το «Όλα επιτρέπονται», για τον Ιβάν, δε μεταφράζεται σε «Όλα μπορούν να μου τύχουν, μόλις στρίψω στη γωνία», παρά σημαίνει «Τίποτα μα τίποτα δεν υπάρχει στη γης ετούτη τέτοιο, που να μπορεί να αναχαιτίσει ή να αιτιολογήσει τις ορδές της βίας, που καταδιώκουν κι αφανίζουν τη ζωή κι ό,τι αγνό απομένει» . Ετούτος ο παραλογισμός δεν είναι φιλοσοφική περικοκλάδα. Είναι πραγματική κόλαση τέτοιας ισχύος και όγκου, ώστε ο νους αδυνατεί να διαχειριστεί. Η κατάθλιψη, η τρέλα, η αυτοκτονία, είναι όλα τίμιες αποκρίσεις, με τις οποίες κάθε ευαίσθητη καρδιά έχει φλερτάρει ή έχει συνάψει σχέσεις κάποτε.

Όταν λοιπόν διαβάζεις Ντοστογιέβσκη, καταλαβαίνεις πολύ καλά πως εκείνη την ώρα δε χαζολογάς σε προμενάδες και βεράντες, παρά σε πιάνει (ο συγγραφέας) και σε βάζει ν' αναρριχηθείς σ' ανηφοριές και κακοτόπια, να σου κόβεται η ανάσα. Όμως η παρέα είναι εκλεκτή τόσο, ώστε διόλου δε νοιάζεσαι. Κι ίσως το ακριβώς αντίθετο, απ' ότι θα φοβόταν κανείς, νιώθεις τα πόδια σου απαλλαγμένα ∙ σχεδόν μετεωρίζεσαι πάνω στη ροή του λόγου. Το 'χε αυτό, ο συγχωρεμένος, να εκμαιεύει απ' την ψυχή σου ό,τι πιο πυκνό σε μάζα, αφήνοντάς την φωτεινότερη κι αλαφρωμένη.

Ωστόσο, εκείνο που ποτέ δεν κατάλαβα είναι γιατί τόσος ντόρος για τη φράση αυτή. Εννοώ, γιατί τόσος ντόρος φιλοσοφικός. Λες και, ξαφνικά, ανακαλύψαμε την τηγανητή πατάτα. Ναι λοιπόν, αν ο Θεός δεν είναι, τότε τα πάντα επιτρέπονται. Ή μήπως όχι;

1.

Στην προηγούμενη φράση, θα μπορούσε κάλλιστα ν' αποκριθεί κανείς, αντί του «Ή μήπως όχι;» ένα αφελές κι αυθόρμητο «Ε και;». Γιατί, αρχικά και προτού μπλεχτούμε σε τίποτα δαιδαλώδεις φλυαρίες, θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε αν τώρα που δεν επιτρέπονται (και καλά) τα πάντα, είναι ο κόσμος μας τόσο γαμάτος, ηθικός κι αγγελικά πλασμένος. Είναι αστεία και μόνο η υποψία συζήτησης, γύρω απ' το θέμα. Ποτέ και κανείς Θεός δεν απέτρεψε τον άνθρωπο απ' το έγκλημα. Αν τα πάντα επιτρέπονταν ή όχι, ετούτα είναι ανησυχίες των αδαών, των μικρόψυχων, των φοβισμένων: στην πραγματικότητα, τα πάντα ήδη γίνονται, με Θεό ή άνευ. Τι νόημα έχει ν' ανησυχείς για το καζανάκι, έχοντας περάσει μια ζωή βουτηγμένος στο βόθρο;

Είναι φανερό ότι, ένα σωρό πιστοί, θεωρούν πως δίχως τη ζεστή αγκαλιά ενός ουράνιου Πατέρα, ο κόσμος θα ήταν κατά πολύ χειρότερος, παραδομένος στο χάος και την αναρχία. Περίπου όπως είναι τώρα, δηλαδή. Οι νόες αυτοί, μέσα στην παραζάλη τους, υποτιμούν τον Άνθρωπο περισσότερο κι απ' όσο θα ευχόταν ο χειρότερος μισάνθρωπος. Ο τελευταίος δε θεωρεί, απαραίτητα, πως μέσα στις μάζες των ανθρώπων στέρεψαν οι δυνατοί κι οι άξιοι. Μα πώς να τους ψάξεις με το φανάρι του Διογένη, σωστή βελόνα στ' άχυρα; Η πληθικότητά τους ζήτημα ν' αρκούσε για μια κωμόπολη, πλάι στις πολύβουες μητροπόλεις των αδαών, των άχρηστων και των βαρβάρων. Ο μισάνθρωπος θεωρεί τον Άνθρωπο ικανό για τα μεγαλύτερα έργα και, ίσα-ίσα, είναι αυτή η διαρκής απογοήτευση, που τον καταπίνει αργά, σαν κινούμενη άμμος. Εκείνος, ωστόσο, που θεωρεί το Θεό μοναδική πηγή ηθικής και καλοσύνης, εξισώνει τον Άνθρωπο με το ηθικό τίποτα. Αποστερεί την ανθρωπότητα κι απ' την ελάχιστη ικανότητα, άρα από κάθε ελπίδα. Στην καλύτερη, τη θεωρεί πλασμένη μόνο για το κακό, αν δηλαδή αφηνόταν να σταθεί στα πόδια της. Μ' αυτόν τον τρόπο, απομένουμε άχθος αρούρης και παράσιτα, δίχως την παραμικρή αυτόφωτη αρετή. Καταστροφικοί και φονικοί, αμαθείς κι ανώριμοι, άβουλοι και παθητικοί, λεροί και απεχθείς, ανίκανοι και οκνηροί: ούτε ο ικανότερος μισάνθρωπος δε θα μπορούσε να φανταστεί τον άνθρωπο χειρότερο, απ' ότι τον πλάθει στη φαντασία του ο τρομοκρατημένος πιστός.

Όμως, ετούτος ο τελευταίος κατεργάρης, υποκριτής ως συνήθως, δε φοβάται διόλου μήπως ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου της ανομίας, αφού το ξέρει πολύ καλά πως το έγκλημα δε γεννήθηκε χτες. Οι αμαρτωλοί αέρηδες καλά φυσούν, μες στις οδούς και τις λεωφόρους των ανθρώπων. Μα είναι κάτι άλλο: είναι που λυσσά μέσα του η απωθημένη μιζέρια, η οργή, για όλες τις ηθικές στερήσεις που επέβαλε στον εαυτό του - όταν οι άλλοι γύρω του γλεντοκοπούσαν τη σάρκα και τις ανέσεις - κι οι οποίες τώρα απομένουν κενό γράμμα, δίχως την παραμικρή ανταμοιβή στη μετέπειτα ζωή - ή έστω μια καλύτερη σύνταξη. Τσάμπα νηστείες, φιλανθρωπίες, έρανοι. Τσάμπα οι προσευχές πάνω απ' τον άρτον ημών τον επιούσιον, οι εξομολογήσεις και οι θείες κοινωνίες, οι αγουροξυπνημένες λειτουργίες κι οι τόνοι τα μπαγιάτικα αντίδωρα. Τσάμπα το αγαπητικό προσωπείο, που μια ζωή αναγκαζόταν να φοράει, για να καλύπτει τη ζηλόφθονη ανυπομονησία του για τα ουράνια (ή, ακόμα καλύτερα, τα επίγεια) ανταλλάγματα. Ο καλός πιστούλης δε φοβάται το φονιά, τώρα χωρίς Θεό, περισσότερο απ' όσο πριν, αφού ο φονιάς ήταν από πάντα. Φοβάται ότι ο φονιάς πέρναγε τόσον καιρό καλύτερα απ' τον ίδιο και, μάλλον, καλύτερα θα συνεχίζει να περνάει. Κι είναι πια πολύ δειλός, για να πιάσει τη ζωή στα χέρια του. Έμεινε αδειανός και μόνος, εφόσον η λίγη μάζα που του προσέδιδε η πίστη ήτανε δανεική και κάλπικη.

Φυσικά, δεν είναι όλοι οι πιστοί εικόνα και ομοίωση του υποκριτή, όπως δεν είναι γενικά ο κόσμος. Αλλά διόλου δεν οφείλεται στη θρησκεία, η όμορφη ετούτη πλευρά τους. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι - πιστεύουν δεν πιστεύουν - δεν είναι καλοί γιατί τους αποτρέπουν απ' την πτώση κάποιες ηθικές οδηγίες ή γιατί τους παρακινούν στα ύψη κάποιες άλλες. Η όποια καλοσύνη είναι, το πιθανότερο, προϋπάρχουσα και οφειλόμενη σε άλλες αιτίες, παρά θεολογικές. Μπορεί απλά να σ' αγαπούσαν οι γονείς σου. Αλλά συμβαίνει συχνά - θες από συνήθεια, κατήχηση, μίμηση, οικειότητα - κάποιοι να διακρίνουν την αντανάκλαση της δικής τους ψυχής, μέσα στα καλειδοσκοπικά κηρύγματα των "πατέρων", παρά το αντίθετο: πως δηλαδή τα κηρύγματα αντανακλούν στην ψυχή τους κάτι νέο, εμφυσώντας την αγάπη εκεί που πριν απλώνονταν κρανίου τόποι.

Παρ' όλα αυτά, οι άνθρωποι - λες κι από κανέναν άγραφο νόμο - πάντοτε προτιμούσαν περισσότερο τις ενοχές και τις μετάνοιες για ένα έγκλημα, που αφέθηκαν να διαπράξουν, παρά τ' απωθημένα μιας αβίωτης αμαρτίας. Ετούτο το "όλα επιτρέπονται", αν εξαιρέσεις τις ευαίσθητες ψυχές, ηχεί σαν την πλέον κοινότοπη κοινοτοπία, αν αφουγκραστείς πίσω απ' τις κλειστές πόρτες των σπιτιών ή περπατήσεις στις σκοτεινές παρόδους των λεωφόρων. Ο Θεός πάντως δεν είναι εκεί. Κι αν κάτι συγκρατεί τους ανθρώπους, που 'χουν στο νου τους το κακό, είναι περισσότερο μια φυσική δειλία κι ο φόβος για τις κοσμικές επιπτώσεις, παρά η Κόλαση ή ό,τι άλλο εξαγοράζεται πανεύκολα, με συγχωροχάρτια και γερές μετάνοιες, στο παρά πέντε. Οι άνθρωποι ετούτοι είναι τόσο καθωσπρέπει, όσο περίπου οι θρασύδειλες ύαινες που κάνουν την πάπια, όσο γλεντούν οι λέοντες, μα σαν απομακρυνθούν οι τελευταίοι, ορμούν στ' απομεινάρια σωστές λυσσάρες. Για τους δυνατούς - πιστούς ή μη - τα επιτρεπτά και τα απαγορευμένα ήτανε πάντα αντικείμενα σοφιστικής ή δικολαβικής διαχείρησης, ειδικά για όσους ήταν διατεθειμένοι να χώσουν το χέρι, αρκετά βαθιά στην τσέπη. Τους φτωχούς, ωστόσο κι ως γνωστόν, πάντα τους παίρνει ο διάολος - ειδικά εκείνους με την αγνότερη καρδιά.

2.

Μια δεύτερη ανάγνωση της ίδιας φράσης, θα μπορούσε να μας δημιουργήσει επιπλέον ενστάσεις: να επιτρέπονται (ηθικά) τα πάντα, σημαίνει πως όλα τελικά πραγματώνονται; κι αν ναι, πραγματώνονται με τρόπο ισοδύναμο; Στο κάτω-κάτω, κανείς δεν είναι ικανός για τα πάντα, αλλά και γι' αυτά που είναι ικανός, πάλι, δεν είναι ικανός την κάθε στιγμή. Κι ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν αποτελεί παρηγοριά. Πρακτικά, εκείνο που φοβόμαστε είναι ότι πάντα θα υπάρχει κάπου, κάποιος άνθρωπος ικανός για κάτι (ενν. κακό). Ούτε μας ενδιαφέρει εκείνο το "ουδείς εκών κακός", παρά μονάχα το αποτέλεσμα: τι σημασία έχει, με άλλα λόγια, αν ο δολοφόνος μπήγει το μαχαίρι στο στήθος μου από άγνοια, παρεξήγηση ή υπερβολική δόση ναρκωτικών; Τη φράση "όλα επιτρέπονται" δεν την απασχολούν τα κίνητρα και οι βαθύτερες αιτίες. Κι ωστόσο, το σημείο αυτό ακριβώς είναι που, λανθάνον πίσω απ' τις τετριμμένες διατυπώσεις, έχει τη μέγιστη σημασία. Αυτό μας καίει: μέσα στη θεϊκή μας πλέον ορφάνια, μέσα στις απεριόριστες πιθανότητες, ποιος είναι ο αδελφός μου, η αδελφή, ποιοι είναι τελικά όλοι αυτοί οι περίεργοι τύποι γύρω μου, με τους οποίους είμαι καταδικασμένος να περάσω το υπόλοιπο της μεταφυσικής μου μοναξιάς; Κι αν είναι ικανοί για τα χειρότερα κακά, τότε γιατί δεν είμαι κι εγώ εξίσου; Κι αντιστρόφως, αν θεωρώ εαυτόν αγνό και μετρημένο, γιατί να μην είναι κι εκείνοι εξίσου;

Ας πούμε τώρα, πως οι άνθρωποι είναι ικανοί για τα πάντα. Είναι ικανοί, ωστόσο, στον ίδιο ισοδύναμο βαθμό για τα μέγιστα και τα ελάχιστα; Είναι δηλαδή το ίδιο πιθανό να μ' αφαιρέσουνε το πορτοφόλι ή να μ' αφαιρέσουν τη ζωή; Όπως είδαμε - και σαν συνέχεια των προηγούμενων σκέψεων - ο άνθρωπος, που ήταν διατεθειμένος για το κακό, ποτέ δε βρήκε στη θρησκεία οποιοδήποτε εμπόδιο. Κατά κανόνα, όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι αφήνονται στα μικρότερα κακά, παρά στα μέγιστα. Ζουν σύμφωνοι με τις καθημερινές τους παρορμήσεις, οι οποίες όταν δεν αλλοτριώνονται από το καταναλωτισμό και το φασισμό των μαζών, είναι απλές κι ευλογημένες απ' τη φύση: γουστάρουν να τρώνε, να πίνουν, να καυλώνουν, να κουβεντιάζουν, να σκαλίζουν τον κόσμο γύρω τους. Αν δεν τους πάρεις από μικρούς να τους περάσεις μια γερή πλύση εγκεφάλου, το τελευταίο πράγμα που επιθυμούν τα πλήθη είναι να τριγυρνούν με μαχαίρια και τουφέκια, λεηλατώντας, λιντσάροντας και βιάζοντας. Οι άνθρωποι στα καθημερινά τους βασανίζονται, κυρίως, από μικροσκοπικά, ηθικά διλήμματα: θα κλέψουν έναν αναπτήρα ή μια συσκευασία μερέντα, θα περάσουν με πορτοκαλί ή θα σου πάρουν τη σειρά στο ΙΚΑ, θα πουν ψέμματα για να μείνουν μια καθημερινή στο κρεβάτι, θα μετακινήσουν το φράκτη ένα μέτρο προς την ξένη αυλή, θ' αντιγράψουν στις εξετάσεις, θα γλυκοκοιτάξουν τη γυναίκα του γείτονα την ώρα που απλώνει. Όλα ετούτα είναι που κάνουν τους εαυτούς μας χαζοβιόληδες, πικάντικους και χωρατατζήδες. Δεν είναι τίποτα εγκλήματα της προκοπής κι έτσι κανείς δε νιώθει τίποτα ενοχές της προκοπής.

Μα για τα σοβαρά, τη βία δηλαδή και το φόνο - γιατί τι άλλο σοβαρό υπάρχει πραγματικά στον κόσμο; - αν οι άνθρωποι είχαν μια φυσική ροπή, προς τούτα, η ανθρωπότητα θα είχε αφανιστεί, πολύ νωρίτερα από την εμφάνιση των πρώτων θρησκειών και της οργανωμένης ηθικής, σε κώδικες και αηδίες. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δε συνέβη. Οι πρωτόγονοι καταλάβαιναν πολύ καλά τα όρια της δράσης τους, γιατί ο αυθόρμητος κι ανεπεξέργαστος ψυχισμός τους ήταν σύμφωνος με τα μέτρα της φύσης, στην οποία κοινωνούσαν κι όχι σύμφωνος με τα μέτρα μιας φοβικής σύλληψης, μιας ιδέας έξω από αυτή. Οι αρχαίοι Έλληνες ήξεραν πολύ καλά, όταν θεωρούσαν δυνάμεις στις οποίες υποτάσσονταν κι οι ίδιοι οι θεοί, δηλαδή οι νοητικές τους συλλήψεις. Αναγνώριζαν και τιμούσαν έναν πυρήνα της ύπαρξης, μια δικαιοσύνη ή μια ισορροπία αν το θέτε, ενυπάρχουσα στον κόσμο και όχι επιβαλλόμενη απ' τα τερτίπια μιας συνείδησης, όσο ανώτερης κι αν ήταν.

Η εβραϊκή ηθική της Παλαιάς Διαθήκης είναι ό,τι πιο σιχαμερό ηθικά. Αν πεις σε κάποιον « Ξέρεις Μανώλη, δε σε συμφέρει να σκοτώσεις το γείτονα, γιατί μετά θα πλακώσει ο γιος ή ο αδερφός του να γυρέψουν εκδίκηση και θα σε πάρει ο διάολος (μεταφορικά) », ο Μανώλης θα το καταλάβει πολύ καλά και θα κανονίσει την πορεία του. Αν πάλι του πεις « Ξέρεις Μανώλη, δε σε συμφέρει να σκοτώσεις το γείτονά σου, γιατί άμα πεθάνεις θα πας στην Κόλαση », τότε αν ο Μανώλης είναι κανάς αλαφροΐσκιωτος θα χεστεί πάνω του, αν όμως είναι κάνας άνθρωπος καπάτσος θα σε γράψει στα παλιά παπούτσα του και θα πληρώσει τον πρώτο σφαγέα του υποκόσμου, να κάνει τη βρωμοδουλειά για λογαριασμό του, όταν ο ίδιος θα κυκλοφορεί στην κυριακάτικη λειτουργία με λουστρίνια. Στην πραγματικότητα, όμως, επειδή προφανώς ούτε κι εκείνοι οι Εβραίοι δεν είχαν υπομονή ή κανά καημό για τη θεϊκή δικαιοσύνη, γέμιζαν τον κόρφο τους με κοτρόνια κι έπαιρναν το νόμο, κυριολεκτικά, στα χέρια τους.

Καθώς προχωράει η κουβέντα, αχνοφαίνονται σιγά-σιγά κι οι πρώτες υποψίες μήπως τα πράγματα είναι, τελικά, χειρότερα μ' ένα Θεό που επιβάλλει μονοπωλιακά τι επιτρέπεται, τι όχι, παρά να τ' ανακάλυπτε κανείς μονάχος του.

3.

Το ερώτημα "τι επιτρέπεται, τι όχι;" είναι από μόνο του ύποπτο. Προϋποθέτει, από τη μία, ένα δάχτυλο που υποδεικνύει και, από την άλλη, έναν αυχένα που κάμπτεται. Αλλά η κάμψη ετούτη δεν έχει καμία σχέση με την υγιή ταπεινοφροσύνη, δηλαδή να 'ναι κανείς σύμμετρος με τη φύση του, να μην είναι αλαζόνας. Η κάμψη ετούτη είναι εκείνη της δουλοπρέπειας, του παιδιού που πρέπει να το βουλώνει δίχως να παίρνει απάντηση, υποταγμένο στη γονεϊκή εξουσία και πίσω από τ' άλλοθι μιας δήθεν αγάπης. Τελικά, τα πάντα "επιτρέπονται", ακριβώς επειδή υπάρχει Θεός, δηλαδή κάποιος ν' αποφασίζει τι επιτρέπεται και τι όχι. Μα είναι τόσο μακριά, απ' τη θεολογία της ελεύθερης βούλησης και της προσωπικής ωρίμανσης, ετούτη η καταφυγή σε ηθικά δόγματα και διδασκαλίες, ώστε μένει κανείς ν' απορεί από τι ακριβώς συνίσταται η χριστιανική διδασκαλία. Φυσικά, δε χρειάζονται τέτοια καλούπια οι σκεπτόμενοι, είτε με το νου, είτε με την καρδιά. Αν ο Θεός είναι κι αν μας έχει, όντως, προικίσει με κάποιες αράδες κώδικα, τότε θα τις βρούμε υφασμένες βαθιά, μέσα στα ίδια μας τα σωθικά και δεν είναι χρεία, για πιστούς και μη, να προστρέχουν σε ρασοφόρους Μωυσήδες ή στον καδή της γειτονιάς.

Να είναι κανείς ηθικός είναι ισοδύναμο με το να έχει κανείς αυτοσυνείδηση. Από εκεί ξεκινούν κι ίσως εκεί τα πάντα καταλήγουν. Είναι η ελάχιστη εκείνη συνθήκη, η οποία εξασφαλίζει - η μάλλον επιβάλλει από την ίδια τη φυσική κατασκευή - τη δυνατότητα (και μοναδικότητα) της επίγνωσης. Αρκεί μια φορά αθωότητας κι η αθωότητα, έπειτα, καταρρέει. Η πράξη γίνεται γνώση, γνώση κι οι συνέπειες της πράξης. Οι πρωτόπλαστοι εκδιώκονται απ' τον παράδειδο, δεν υπάρχει δρόμος του γυρισμού. Η γνώση ετούτη είναι και η μοίρα του Ανθρώπου. Ακόμα και σ' εκείνους που παραδέρνουν, εν βρασμώ ψυχής, κάποτε οι τρικυμίες καταλαγιάζουν και τα συντρίμια, τ' άψυχα κορμιά, ξεβράζονται στις όχθες τις συνείδησης αναπόδραστα κι εκκωφαντικά. Απ' την αφετηρία ετούτη λογιάζω εγώ τον ηθικό άνθρωπο - τον ηθικό με τη φιλοσοφική έννοια κι όχι απαραίτητα τον καλόν.

Ας αφήσουμε στην άκρη τις νευρο-παθολογικές περιπτώσεις. Όταν το νήπιο μαθαίνει στο πετσί του την υπαρκτική ισχύ της ηδονής ή του πόνου, τα πάντα γίνονται ενστικτωδώς ως δράση και αντίδραση, με την ευθύτητα και την τιμιότητα ενός ζώου. Κάποτε, ο παιδικός νους συνδέει συνειδητά πια την ηδονή ή τον πόνο με τις απτές τους αιτίες, τις οποίες αποζητά ή αποφεύγει, στα πλαίσια ενός (φαντάζομαι πρωτόλειου) εσωτερικού διαλόγου. Κι έπειτα, φτάνει η στιγμή, που αναγνωρίζει το φαινότυπο των ίδιων αισθημάτων στα πρόσωπα απέναντί του (ανθρώπους, πλάσματα). Η ευχαρίστηση ή ο πόνος ενός άλλου παιδιού δρα αστραπιαία, κινητοποιεί τα συγγενή βιώματα. Το παιδί νιώθει θλίψη ή τρόμο, απέναντι σ' ένα παιδί που νιώθει θλίψη ή τρόμο. Χαρά απέναντι στη χαρά. Στο στάδιο αυτό, ο λιλιπούτειος ανθρωπάκος διαισθάνεται πως δεν είναι μόνο οι άλλοι καθρέφτες του εαυτού του, αλλά είναι κι ο ίδιος καθρέφτης, όπου αντανακλούν οι άλλοι. Εκτός κι αν οι "καγαθοί" γονείς του διδάξουν διαφορετικά: τα ζώα δεν έχουν ψυχή, τα αραπάκια και τα γυφτάκια είναι κατώτερα και βρωμιάρικα, το ξύλο βγήκε απ' τον παράδεισο και άλλα τέτοια όμορφα.

Μ' αυτά και μ' εκείνα, κάποτε αποκτάς συνείδηση της δύναμης να γίνεσαι ο ίδιος η αιτία. Χτυπάς ένα παιδί και κλαίει, πατάς ένα μυρμήγκι και δεν είναι πια, είσαι καλό παιδί και παίρνεις ένα παγωτό δώρο. Μπαίνεις, σιγά σιγά, στο παιχνίδι όχι πλέον σαν παθητικός παρατηρητής, μα ως δράστης. Μέρα με την ημέρα, μορφοποιείται μες στο παιδί η ανθρώπινη φύση: σχεδόν κάθε δράση είναι και μια απόφαση. Αυτό δεν υπήρχε νωρίτερα. Όσο μεγαλώνεις πυκνώνουν οι αποφάσεις κι αραιώνουν οι αμοραλιστικές ενορμήσεις του αδαούς, η ζωή γίνεται πια ηθικός στίβος. Είναι φαντάζομαι ξεκάθαρο, πως με τον όρο "ηθικός" εδώ, δεν εννοώ σε καμία περίπτωση τίποτα μανιχαϊστικές καλοσύνες και κακοσύνες. Εννοώ τον άνθρωπο που πρέπει ν' αποφασίσει, εν γνώση. Τελεία. Αυτή είναι όλη η ηθική που μας χρειάζεται, για να χτίσουμε κοινωνίες κι όχι κατηχητήρια. Η φιλοσοφία και όχι οι ηθικοί κώδικες είναι η μοίρα του ανθρώπου. Ηθικούς κώδικες έχει κι ο υπόκοσμος.

4.

Ο καλοπροαίρετος Ιβάν απελπίζεται για τις μοίρες των αδύναμων, μέσα σ' έναν κόσμο δίχως κανένα μέτρο. Όμως ο κόσμος στερείται του μέτρου, γιατί παρέδωσε τις μετρήσεις υπεργολαβία στους Θεούς κι έμεινε με τη λογιστική και τη μπακαλική, να ζυγίζει τις χρυσές του λίρες. Άμα δεν πιάσεις στα χέρια σου σταθμά και μέτρα, να νιώσεις με τις γνήσεις αισθήσεις σου τα σχήματα, το βάρος, τις μάζες, πώς περιμένεις να πορευτείς στον κόσμο συνεπής και δίκαιος; Θα σε πιάνουνε χαϊβάνι οι παπατζήδες, θα σε πιάνουν κι οι παπάδες. Ή θα γίνεις παπάς ο ίδιος, δηλαδή εξουσία. Βλέπεις η ηθική που παραδίδεται σε πλάκες ετοιματζίδικες δημιουργεί τους καλύτερους δούλους (ή τους καλύτερους αφέντες). Επιβάλλεται, δίχως να κατανοείται. Φοριέται, δηλαδή, σαν ξένο ρούχο, ώστε να 'σαι ασορτί με την αρρώστια που σε περιβάλλει. Σφραγίζει τους νοητικούς ορίζοντες, τιμωρώντας την αμφιβολία αν όχι δια ροπάλου, με κάτι χειρότερο: φορτώνεσαι όλη την ενοχικότητα και την ψυχοπαθολογία του φταίστη δίχως φταίξιμο, να την κουβαλάς εφ' όρου ζωής. Αυτές οι θρησκείες βολεύονται να κατασκευάζουν σωρηδόν ενόχους, παρά ανθρώπους σοβαρούς κι ελεύθερους.

Η γνήσια ηθική, ωστόσο, δεν προσφέρει βεβαιότητες. Πλάθεται εν τω γίγνεσθαι κι έτσι δεν εφησυχάζεται σε γεύματα προτηγανισμένα, απαιτεί εγρήγορση και υπευθυνότητα. Απαιτεί άτομα, που συναισθάνονται τη βαρύτητα των πράξεων και των αιτιών τους. Κι αν οι συνέπειες αρέσκονται στις ομίχλες και τα μισοσκόταδα, ο ηθικός άνθρωπος κοιτάζει την άβυσσο, που λένε, ίσα πέρα. Πιο σωστό είναι να πούμε ότι κοιτάζει τον αδερφό του κατάματα, δίχως να σκύψει, μα δίχως και να σηκώσει το κεφάλι. Κι αν είναι χρεία του προσφέρει το ξίφος του, από τη μεριά της λαβής. Όλα ετούτα δεν έχουν ανάγκη να γίνει λόγος για σωστό και λάθος, αγοαθοεργίες κι αμαρτήματα. Ένα μόνο: έπραξα ετούτο ή το άλλο, με το μυαλό και το χέρι ταυτισμένα σε μια ουσία, κι αν αστόχησα ή έπεσα διάνα, δικές μου είναι οι ευθύνες και οι συνέπειες δικές μου. Τι επιτρέπεται, τι όχι, δεν είμαι εγώ το μέτρο ως άτομο, γιατί τότε θα πήγαινε και το ήθος μου με τους ανέμους, αλλά είμαι εγώ το μέτρο ως Άνθρωπος. Στο βάθος αυτό, η ηθική υπονοεί μια σταθερή σχέση: αναγνωρίζω τον εαυτό μου πρωτίστως ως μέλος μιας κοινότητας. Αν βάλω την ηθική ψηλότερα απ' την κοινότητα, με το Θεό μεσάζοντα, θα πιάνω να μιλώ με σύννεφα, θα χαθεί η κοινότητα απ' τη ματιά μου. Αν όμως αναγνωρίσω ξανά, στους ανθρώπους γύρω μου, τους αδερφούς που μου στέρησε η ψωροπερηφάνεια και η μαμόθρεψη των γονιών, η μισαλλοδοξία και το σκουπιδαριό της κοινωνίας, κι εναποθέσω τον εαυτό μου στα χέρια τους, όπως κρατώ κι εκείνους στα δικά μου, τα χέρια μας θα γίνουν το κοινό μέτρο, που γυρεύουμε. Όχι για να χαράσσουν αιώνιους νόμους στις κοτρόνες, προοικονομώντας τους αυριανούς νόμιμους φόνους. Μα για να παλεύουν, ν' αγκαλιάζουν, να χτίζουν, να μιλούν τη γλώσσα των χεριών κι όχι μια γλώσσα ξένη, ουρανοκατέβατη, σαν καρπαζιά.

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Μεταφυσική μετά Φυσικής ...

Πρόλογος

Έχω πάρει φαλάγγι το Αντίφωνο, τελευταία, αλλά δε γίνεται από καμία επιθετική διάθεση. Ίσα-ίσα, το παρακολουθώ χρόνια με σχετικό ενδιαφέρον κι εκτιμώ βαθιά, ένα μέρος του χώρου που αντιπροσωπεύει. Πως εκτιμώ δε σημαίνει και πως συμφωνώ. Οι άνθρωποι, ωστόσο, ετούτοι αποζητούν με πάθος ένα νόημα ή μια λογική, μέσα στις περιδινίσεις της ύπαρξης. Ο Θεός τους δεν έχει καμία σχέση με μένα κι όμως, πολλές από αυτές τις προσπάθειες να τον συλλάβουν γίνονται, συχνά, με λεξιλόγιο που κατανοώ. Με μουσική που αντηχεί εντός μου, γνώριμη.

Μέσα απ' τις σελίδες του προσπαθώ, επιπλέον, να κρατώ στοιχειώδη επαφή με κάποιους προβληματισμούς και μια μορφή σύγχρονης θεολογικής σκέψης. Όχι "θεολογικής" με την ακαδημαϊκή έννοια, αλλά με την άλλη, την απλή. Μπορούμε να την πούμε και "τίμια". Που δε φιλοδοξεί (συνήθως) εμβριθείς, φιλολογικές και φιλοσοφικές ακροβασίες, με αφορμή την κλίση ενός ρήματος ή κάποιο σημείο στίξης των ιερών κειμένων. Παραμένει πιστό στις γνήσιες ανάγκες μιας χριστιανικής καρδιάς, μεταξύ πίστης και αμφιβολίας, αγάπης και τύπων, παράδοσης και ουσίας. Καταφέρνει, εν γένει, να διατηρεί πολύ καλά τις ισορροπίες, ανάμεσα στην αφέλεια της παιδικά συμφεροντολογικής πίστης ή τη δυσκοιλιότητα της κομπλεξικής μικροψυχίας - ελαττώματα, στο κάτω-κάτω, αναρίθμητων πιστών ανά την υφήλιο - από τη μία, και το μετρημένο, ουσιαστικό και ταπεινό λόγο, από την άλλη.

Συχνά, φαίνεται σα να υποτιμώ την πίστη, αλλά δεν υποτιμώ καθόλου τους ανθρώπους που τη φέρουν. Εκφράζομαι, απλά, με την ειλικρίνεια που σκέφτομαι. Υποτιμώ ένα είδος πίστης, πιθανότατα το πιο συνηθισμένο, όπως χλευάζω τον εαυτό μου, όταν καμιά φορά αφήνω τη μητέρα μου να με ξεματιάζει. Η χλεύη μου, αυτή η θρασύδειλη που ταμπουρώνεται καλά-καλά πίσω απ' την ανωνυμία, θα κατέρρεε με ζεστό χαμόγελο, ωστόσο, απέναντι σ' έναν πραγματικό συνομιλητή. Παρ' όλα αυτά, εκείνο που περισσότερο με κρατάει πιστό στο Αντίφωνο, είναι η κοινότητα μιας σκέψης που αναδύεται μέσα από τόσο διαφορετικές αφετηρίες και οι άνθρωποι, που την αντανακλούν. Μια ζεστή "συμμορία" σκεπτόμενων ανθρώπων, οπως πχ. ο Θεόδωρος Ζιάκας, για τον οποίο "ευλογώ" το Αντίφωνο, που μ' έφερε κοντά στον ταπεινό του λόγο του και μ' έκανε να τον ξεχωρίσω, μέσα στην πληροφοριακή ζούγκλα της εποχής.

Πίσω στα δικά μας τώρα, θα γράψω με αφορμή δύο κείμενα που διάβασα στο τελευταίο ενημερωτικό e-mail του Αντίφωνου, με συναφή θεματολογία. Το ένα, βαρύ και ψαγμένο, φέρει τίτλο «Το πρόβλημα των θεμελιωδών αρχών των εμβίων όντων» κι είναι γραμμένο το 1998 από κάποιον Κώστα Ζάχο. Το άλλο, ειλικρινές μα αφελέστατο, τιτλοφορείται «Κύτταρα, έργα τέχνης και εξέλιξη: μια ατελής απόπειρα απολογητικής» και είναι κάποιου Αντώνιου Παπαγιάννη. Κι αυτά τα δύο μπολιασμένα - από σύμπτωση απρόσμενη - με το πρώτο επεισόδιο του νηφάλιου ντοκιμαντέρ "Why Are We Here" στο Curiosity Stream, για το οποίο ευχαριστώ τον καλό φίλο Δημήτρη. Πάμε, λοιπόν.

Το πρόβλημα των θεμελιωδών αρχών των εμβίων όντων.

Πρόβλημα με τις θεμελιώδεις αρχές δεν ξέρω αν υπάρχει, με το κείμενο του Κώστα Ζάχου ωστόσο... Μιλάει ο άνθρωπος και λέει, λέει, λέει, κοντεύει να καταλήξει περισσότερο πολυλογάς κι από μένα. Θα μπορούσε να πει τα ίδια πράγματα, με λόγια πολύ πιο απλά και κατανοητά, αυτός όμως όχι! Αισθάνεται ακαταπολέμητο το ζήλο να μας φορτώσει με όλη τη δυνατή βιβλιογραφία και τις παραπομπές. Κι ενώ δε μπορείς να μην του αναγνωρίσεις την αρετή της υπευθυνότητας, παρ' όλα αυτά δε γράφει και καμιά διατριβή για τη θέση του λέκτορα κι ίσως θα ήταν θεμιτό να θυσιάσει μέρος της "ακαδημαϊκότητας", προς όφελος της νοηματικής ροής. Πολύ περισσότερο, αυτός ο πληροφοριακός και αιτιολογικός λαβύρινθος, στον οποίο μας εισάγει, δίνει περισσότερο την εντύπωση ενός ανθρώπου, που ούτε κι ο ίδιος δεν έχει βγάλει άκρη, παρά προσπαθεί να τη βγάλει την ώρα που γράφει και συνάμα να μας πείσει κιόλας. Τέλος πάντων. Μάλλον κάνω λάθος, αλλά μπορεί και όχι.

( Παρένθεση. Με κάθε ευκαιρία τονίζω κι επαναλαμβάνω πως, φυσικά, ούτε σούπερ διαβασμένος είμαι, ούτε σε κάθε κείμενο κάθομαι να ξεψαχνίσω τη βιβλιογραφία του. Ωστόσο, όταν κανείς γράφει άρθρα οφείλει να στοιχειοθετήσει την ερμηνευτική και την επιχειρηματολογία του έτσι, ώστε να συμπυκνώνει με οικονομία και απλότητα όλα εκείνα, στα οποία ο ίδιος ο αρθρογράφος έχει - και καλά - εντρυφήσει. Οι προσεγγίσεις μου, λοιπόν, απευθύνονται περισσότερο στην επάρκεια ενός συγκεκριμένου κειμένου, παρά στην πραγματική διαμάχη των ιδεών, που μπορεί να συμβαίνει στους "ανώτερους" πνευματικούς κύκλους, όπου πολλά ζητήματα μπορεί να είναι ήδη λυμένα, εν αγνοία μου. Ως προς αυτό, οι μόνοι μου σύμμαχοι είναι ο χρόνος και η καλή διάθεση.)

Το κείμενο του Ζάχου έχει γραφτεί αρκετά παλιά, το 1998, τότε που ακόμα χρωστούσα καμιά δεκαριά μαθήματα για πτυχίο κι οι ανησυχίες περί Βιολογίας ήταν το τελευταίο πράγμα, που με απασχολούσε. Αν όντως, την εποχή εκείνη, επικρατούσε ένα τέτοιο αναγωγιστικό ή μηχανιστικό πνεύμα, τότε επί της ουσίας δεν έχω σε τίποτα να διαφωνήσω με τις ενστάσεις του γράφοντος. Έχοντας, επιπλέον, κατά νου και το ντοκιμαντέρ που αναφέρω στον πρόλογο, διαπιστώνω ότι ακόμα κι εν έτει 2017 η χαρά του Αναγωγισμού καλά κρατεί. Όπως, φυσικά, και οι ενιστάμενοι. Κάποιοι, ωστόσο, από τους τελευταίους - για παράδειγμα, εγώ :) - δεν εξισώνουμε τις ενστάσεις με την απόρριψη. Επισημαίνουμε τις αδυναμίες, τα κενά, κι ενώ ένα μέρος της καχυποψίας εδραιώνεται στα δεδομένα και την επιχειρηματολογία, ένα άλλο μέρος γαντζώνεται σε μία ασαφή, αντιδραστική διαίσθηση. Τώρα, παρ' ότι συμφωνώ με τον αντίλογο του Ζάχου, τα τελικά του συμπεράσματα θα με βρουν να τον κοιτάζω αμήχανα, με το μετέωρο βλέμμα της αγελάδας. Ξάφνου βρήκε το Θεό, απ' τη μιαν αράδα στην επόμενη κι από τη μια παράγραφο στην άλλη. Πώς γίνονται, ωρέ, τούτα τα θάματα; Μόνο ο Ζάχος ξέρει. 

Αναγωγισμός

Εδώ τώρα δε θα εξηγήσω τι είναι ο Αναγωγισμός, το κάνουν ένα σωρό ιστοσελίδες πολύ καλύτερα. Το πρόβλημα, όπως το αντιλαμβάνομαι προσωπικά, δεν είναι αν ο αναγωγισμός είναι τελικά έγκυρος, αλλά αν τα στοιχεία επαρκούν ώστε να αποφανθούμε υπέρ του. Με άλλα λόγια και άσχετα με τα υπαρξιακά συμπλέγματα του καθενός (εμού συμπεριλαμβανομένου), δε διακρίνω κανένα δεινό στο να είναι ή να ήταν ο Αναγωγισμός, όντως, αληθής. Ε και; Τι είχαμε, τι χάσαμε, τουλάχιστον, εμείς οι - ας το πούμε - άθεοι. Αλλά κάτι-κάτι μοιάζει να βρωμάει στην όλη υπόθεση. Κάποιο στοιχείο ζωτικής σημασίας είναι απόν, το αποτέλεσμα φαίνεται να μην πείθει.

Καταρχάς, όλες αυτές οι αιτιολογικές μεταβάσεις από τα διαδοχικά επιμέρους στο τελικό (;) όλον, μου φαίνονται ερμηνευτικά ακροβατικές και ανεπαρκείς. Αυτό δε σημαίνει, φυσικά, πως είναι αδύνατον να υπάρχουν άλλες αναγωγές επαρκέστερες, που προς το παρόν μας διαφεύγουν, ούτε πως θα μας διαφεύγουν στο διηνεκές. Αλλά μέχρι τότε, μέχρι δηλαδή η κατανόηση της πραγματικότητας να κατακτήσει ένα σκαλί ακόμα ή μια ολάκερη κλίμακα, τα χάσματα θα βρίσκονται εδώ και θα μας στοιχειώνουν. Να μην επεκταθώ περισσότερο. Για λεπτομέρειες διαβάστε το εν λόγω άρθρο ή κάτι παρεμφερές. Το ρεζουμέ; Ο αναγωγισμός απαιτεί ερμηνευτικά άλματα, για τα οποία όσο η επιστήμη δεν έχει επαρκή λόγο, θα παλινδρομούν ανάμεσα στην άδολη εικασία και τη μεταφυσική.

Το άλλο πρόβλημα - σε καμία περίπτωση δευτερεύον - που μ' ενοχλεί είναι αυτή η αλαζονεία να αναχθούν τα πάντα σε μια ύλη, η πραγματική φύση της οποίας εξακολουθεί να μας διαφεύγει. Σα να λέμε δε γνωρίζω τίποτα κι επιμένω να ανάγω τα πάντα σε αυτό! Ποια είναι η αληθινή φύση ενός ατόμου; ενός κουάρκ; ενός φωτονίου; Από ένα όριο κι εξής, όλοι μας οι θησαυροί εξαντλούνται σε πετυχημένα μοντέλα. Ξέρουμε να χειριζόμαστε τα σχοινιά μιας μαριονέτας με μεγάλη πιστότητα. Με τη διαφορά ότι, αυτή τη φορά, είναι η μαριονέτα πίσω από το παραβάν. Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς χειριζόμαστε. Δίνουμε ονόματα δεξιά κι αριστερά, βαφτίζουμε τα φαινόμενα "μεσόνια" και "μποζόνια" και δε συμμαζεύεται, κι όλα αυτά μας δίνουν την ψευδαίσθηση πως ξέρουμε γιατί μιλούμε. Κι όμως, σε τόσα χρόνια σχολικών ή εκλαϊκευμένων ή οριακά πανεπιστημιακών αναγνωσμάτων, δεν έχω συναντήσει κανέναν με το φιλότιμο να μου ξεκαθαρίσει, καταρχήν, τέτοια θεμελιώδη ερωτήματα. Προφανώς, όχι από έλλειψη πρόθεσης. Μοντέλα, μπαλάκια ή πιθανοκρατούμενα νεφελώματα, παρομοιώσεις, μεταφορές, προσεγγίσεις ... ή κάποιος εκεί έξω μας δουλεύει ψιλό γαζί, για την αδαημοσύνη μας, ή όντως σκουντουφλάμε ακόμη στα βασικά.

Ποιος τολμά να περιγελάσει την πιθανότητα εκείνη, όλα τα περίτεχνα μαθηματικά μοντέλα μας να μην είναι παρά μια αυταπάτη, μια επαρκώς περίπλοκη πλάνη - αντίστοιχη των επίκυκλων του Πτολεμαίου, σε ανώτερο επίπεδο - η οποία περιμένει την επόμενη τεχνολογική επανάσταση, ικανή να ξεσκεπάσει τις παραφωνίες της; Η Φυσική μας τι άλλο κάνει παρά να ποσοτικοποιεί σχέσεις με τεράστια επιτυχία, όταν οι ποιότητες γλιστρούν σα χέλια; Πώς αλλιώς; όταν τα αισθητηριακά δεσμά κρατούν το είδος μας σε μια διαρκή τυφλότητα και το μόνο μας όπλο είναι η πεφωτισμένη εκείνη διαίσθηση ελάχιστων χαρισματικών ανθρώπων, που ξεφυτρώνουν μια χούφτα ανά αιώνα; Να εκλεπτύνεις την αφή στο έπακρο, δεν αρκεί, όταν για το φως σου απομένει μόνο να γράφεις ποιήματα, έστω και στην όμορφη γλώσσα των μαθηματικών.

Τι σημαίνει ότι τα πάντα ανάγονται σε μόρια, άτομα ή δεν ξερω-γω-τί; Δε μιλάω για το νόημα της ζωής, αναρωτιέμαι απλά τι νόημα έχει αυτή και μόνο η φράση, που προανέφερα. Είναι μια, σχεδόν, αυτοαναφορική μπαρούφα, που εξηγεί ότι κάτι ανάγεται σε κάτι άλλο, δίχως να έχει την παραμικρή ιδέα τι είναι πραγματικά εκείνο που ανάγεται και τι εκείνο στο οποίο ανάγεται. Η τεχνολογική πρόοδος βαθαίνει το βλέμμα, δίχως να βαθαίνει την κατανόηση. Αν το μόνο του εργαλείο ήταν ο καθρέφτης, τότε ο αναγωγιστής θ' αρκούνταν στη διαπίστωση ότι ο άνθρωπος είναι ένα κεφάλι με λαιμό, δυο χέρια, δυο πόδια κι ένα σώμα με ή χωρίς τσουτσούνι. Άμα τη εφευρέσει του νυστεριού και της ανατομίας, άρχισε να προσθέτει λεπτομέρειες στην αρχική εικόνα (πνεύμονες, καρδιές, στομάχια, εγκεφάλους, κ.τ.λ.) και να εμπλουτίζει την κατανόηση σε ανάλυση, σα να έκανε zoom-in, αλλά σε ουσία δεν προχώρησε ούτε βήμα: τι είναι τελικά ο άνθρωπος; Σήμερα, μιλάει για μόρια και πρωτεΐνες, για πυρήνες και κουάρκς, για θεωρίες χορδών και έντεκα διαστάσεις, αλλά το αρχικό ερώτημα παραμένει εξίσου σκοτεινό κι ανέγγιχτο: τι είναι τελικά ο άνθρωπος; Ή, για να μη μας πούνε γενετικούς ρατσιστές, τι είναι η ζωή, το σύμπαν και τα πάντα όλα;

Ας πούμε ότι ξέρουμε τι είναι τα μόρια κι όλες οι δυνατές μεταξύ τους σχέσεις. Η ζωή πως διάολο συνάγεται από όλα αυτά; Και η αυτοσυνείδηση; Από εικασίες, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει. Από σταράτες και ντόμπρες απαντήσεις, όμως, κουβέντα. Κι από την άλλη, πάλι, πώς θα μπορούσε κανείς να μετρήσει τα βιώματα της κατάθλιψης, της προσφυγιάς, του χωρισμού, του θανάτου; Πώς ποσοτικοποιούνται όλα αυτά; Ακόμα κι αν μπορούσαμε ν' αντιγράψουμε τα συναισθήματα ενός ερωτευμένου, σε high fidelity και dolby surround, σε κάποιο εξελιγμένο νευρωνικό δίκτυο κι από 'κει να τα κοπιάρουμε copy-paste, σε όποιον πλήρωνε την ετήσια συνδρομή του, τι έχει να πει αυτό για την ποιότητα του βιώματος; Μπορούν οι χημικές αντιδράσεις να ενδοσκοπούν εαυτόν; Κι αν, τελικά, υπάρχει όντως ένα μέρος της ύπαρξης που δεν ποσοτικοποιείται, τι δουλειά έχει μ' αυτό ο ύπατος Ποσοτικοποιητής; Με ποιο φιλοσοφικό ή άλλο θράσος αποφαίνεται με τόση σιγουριά και τραχύτητα ο χασάπης της λογικής, όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω; Όπως έχω αναφέρει και σε άλλες αναρτήσεις, κανείς δε μπορεί να εμποδίσει κανέναν να ερευνά και να αποφαίνεται για όποιον τομέα του επιστητού κάνει κέφι. Όχι όμως δίχως την ταπεινότητα ή το θάρρος να παραδέχεται τα ενδογενή του όρια ή τις δυνατότητες. Η εμμονή των επιστημόνων σε διαισθήσεις του τύπου "Η Επιστήμη δεν έχει απαντήσει τα πάντα, αλλά έχει όλα τα απαραίτητα εφόδια κάποτε να το καταφέρει και, πολύ περισσότερο, είναι η μόνη που μπορεί" (Scientism) δεν είναι παρά κακή μεταφυσική απ' την ανάποδη: αν δε μπορείς να το αιτιολογήσεις, καλύτερα βούλωσέ το.

Πετάει ο γάιδαρος; Πετάει.

Μέχρι ενός σημείου, λοιπόν, ο Ζάχος αναπτύσσει αξιοπρεπέστατα τους συλλογισμούς του. Ως καλός πιστός, ωστόσο, κουβαλάει τη μεταφυσική μύγα, που τον κεντρίζει επίμονα και τσούζει. Ψάχνει ευκαιρία, σώνει και καλά, να στριμώξει κάπου το Θεό του, σε όλα αυτά. Και καλά θα έκανε, αν δεν ήταν αναγκασμένος, παρ' όλα αυτά, να πηδήξει σε εκβιασμένα συμπεράσματα, με μια ευκολία φαινομενικά παιδική - κι αν δεν είναι τέτοια, τότε αποτυγχάνει στις διατυπώσεις. Γράφει, για παράδειγμα, κάπου:

«Η δραστηριότητα που εμφανίζεται σε κάθε επίπεδο εμφανίζει δυικό χαρακτήρα, καθώς διεξάγεται αφενός μεν με βάση τους νόμους της φυσικοχημείας, αφ’ ετέρου απαιτεί την ύπαρξη μιας σχεδιάζουσας αρχής που βρίσκεται σε ένα άλλο επίπεδο.»

κι αλλού:

«Αυτό σημαίνει ότι οι δομές και οι κινήσεις που υπακούουν στους νόμους της φυσικοχημείας αποκτούν σημασία για τη δομή και τη φυσιολογία του εμβίου μόνον όταν εισέρχονται στο πεδίο της σημαντικής, όταν δηλαδή κωδικοποιούν ένα μήνυμα που φανερώνει το νόημά του μόνο με την αναφορά σε ένα άλλο επίπεδο που βρίσκεται πέραν των νόμων της φυσικοχημείας.»

και λίγο πιο κάτω:

«Αυτό σημαίνει ότι η ακολουθία των βάσεων είναι κατά κάποιο τρόπο εξωτερική του πεδίου των νόμων της φυσικοχημείας.»

Αυτά τα... διαγαλαξιακά άλματα - ακόμα κι αν έχουν βιβλιογραφική βάση που αγνοώ - ο Ζάχος δεν λαμβάνει τον κόπο να τα αποσαφηνίσει στο κείμενό του, με μια στοιχειώδη ανάπτυξη. Είτε γιατί θεωρεί ότι τα ανάπτυξε επαρκώς, είτε γιατί τα θεωρεί κοινή λογική και για την κουτσή Μαρία, είτε πάλι γιατί ούτε κι ο ίδιος καταλαβαίνει καλά-καλά τι γράφει. Έτσι, τα πάντα παραμένουν μετέωρα στο πουθενά της αγχωμένης πίστης. Για παράδειγμα, εκφράσεις του τύπου "σχεδιάζουσα αρχή" βγάζουν μάτι. Αυτές οι εκφραστικές πονηράδες δε λύνουν τα προβλήματα του αναγωγισμού, απλά τα ντριμπλάρουν. Πολύ περισσότερο, θα ήταν καλό να αποφεύγονται, καθώς δεν είναι διόλου ουδέτερες και για το λόγο αυτό εξαιρετικά επικίνδυνες. Υπονοούν, ξαφνικά κι επιπόλαια, την ύπαρξη ενός σχεδιαστή από το πουθενά, μιας συνείδησης δηλαδή που σχεδιάζει. Στην τελική, αποτελούν λήψη του ζητουμένου. Ο Ζάχος βέβαια πιστεύει κι ως εκ τούτου έχει λάβει τα ζητούμενά του, από καιρό. Αλλά το ζητούμενο στο κείμενο υποτάσσεται σε μια λογική δομή, που φιλοδοξεί να οδηγήσει στο Θεό με συνεπαγωγές κι όχι μ' επιφοιτήσεις. Εδώ αποτυγχάνει παταγωδώς.

Το άλλο πάλι, πως δηλαδή η κωδικοποίηση του μηνύματος από τη μία και η ακολουθία των βάσεων από την άλλη, αντανακλούν σε κάποιο άλλο επίπεδο, εξωτερικό των νόμων της φυσικοχημείας, αυτό πάλι δε μπορώ να καταλάβω σε ποιο ακριβώς σημείο των προηγούμενων "πατάει". Τα ίδια τα φυσικοχημικά πλαίσια είναι πολυ-επίπεδα από μόνα τους. Οποιαδήποτε χημική ενέργεια μπορεί να αναφέρεται ή να αποκτά "νόημα" σε ένα ανώτερο επίπεδο, δίχως να αποκλείεται η φυσικοχημικότητα του τελευταίου. Ας πούμε, το χλωριούχο νάτριο από μόνο του δεν είναι αλμυρό, δεν είναι ξινό, δεν είναι τίποτα. Η μετάφραση της αλμυρότητας γίνεται σε ένα άλλο επίπεδο - ανώτερο, κατώτερο, διαφορετικό, ό,τι προτιμάτε - που αφορά στην αλληλεπίδραση της μιας χημικής δομής, όπως το αλάτι, με μια άλλη δομή, όπως η γλώσσα - συνεκδοχικά, αν θέλετε, ολόκληρη η νευροφυσική αλυσίδα, ίσαμε τα μύχια κέντρα του εγκεφάλου. Γιατί, για παράδειγμα, δε μπορούμε να ξαναγράψουμε το πρώτο απόσπασμα του Ζάχου, ως εξής;

«Η δραστηριότητα που εμφανίζεται σε κάθε επίπεδο εμφανίζει δυικό χαρακτήρα, καθώς διεξάγεται αφενός μεν με βάση κάποιους νόμους της φυσικοχημείας, αφ’ ετέρου απαιτεί την ύπαρξη μιας σχεδιάζουσας αρχής (διατηρώ την έκφραση, για ευκολία) που βρίσκεται σε ένα άλλο φυσικοχημικό επίπεδο.»

Από πού συνάγεται, για παράδειγμα, πως η ακολουθία των βάσεων είναι εξωτερική του πεδίου των νόμων της φυσικοχημείας; Επειδή μεταφράζεται σε κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα, υπερβαίνοντας (φαινομενικά) την τυχαιότητα; Εδώ είναι σα να μην έχουμε πάρει χαμπάρι από τους μηχανισμούς, που προτείνει η Βιολογία. Σα να λέμε, δηλαδή, πως η φυσικοχημεία αν αφηνόταν μόνη της θα δημιουργούσε σημεία και τέρατα, δίχως κανένα νόημα, αλλά το γεγονός πώς στα αποτελέσματά της υπάρχει κάποιο νόημα - φτιάχνεται, δηλαδή, μια συγκεκριμένη πρωτεΐνή ή ακόμα κι ένα ολόκληρο τσουτσούνι - αυτό θα απαιτούσε μια μετάφραση ή σχεδίαση σε ένα ανώτερο επίπεδο, εφόσον οι φυσικοί νόμοι είναι, από μόνοι τους, άλογοι και συνεπώς απρόθετοι. Όμως, η αλυσίδα του DNA δεν ξεφύτρωσε άπαξ και ως δια μαγείας, εν μία νυκτί, περιμένοντας έκτοτε σαν τη Σταχτοπούτα πότε θα καταφτάσει ο πρίγκιπας με το σωστό γοβάκι, για το σωστό πόδι. Πόδι και γοβάκι δημιουργήθηκαν μαζί, έτσι ώστε είναι λάθος να μιλούμε για πόδι και γοβάκι - παρά μόνο από μεθοδολογική ευκολία - όταν στην πραγματικότητα αυτό που υπάρχει είναι μια οντότητα: ποδογοβακική. Τα επιμέρους μόρια και το σε σχέση όλον αναπτύχθηκαν ταυτόχρονα, στα πλαίσια μιας "εξελικτικής" αντιδιαστολής και αλληλεπίδρασης. Δεν είναι η ακολουθία των βάσεων που αποκτά το νόημά της σε ένα άλλο επίπεδο μετάφρασης, εκτός της λογικής των σωμάτων. Αποκτά νόημα στο ίδιο επίπεδο με τα σώματα που χτίζει, στο βαθμό που χτίστηκαν μαζί σε διαρκή "συνεννοήση".

Η αντιδιαστολή ετούτη και η διαίρεση σε μέρη και σε ολότητες, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως είναι μόνο φαινομενική. Το επιμέρους και το όλον είναι διαχωρισμοί κυρίως ερμηνευτικοί, πολύ εξυπηρετικοί κάτω απ' το μικροσκόπιο, αλλά διόλου βολικοί όταν κανείς προσπαθεί να προσεγγίσει τη συνολική εικόνα. Όταν αποσπάς το μέρος απ' το όλον - για να το μελετήσεις - δεν είναι πια μέρος, αφού υπάρχει ερήμην του όλου ∙ είναι ένα νεκρό απόσπασμα ή αν θέλετε ένα μέρος μέρους. Αλλά κι όταν μελετάς το όλον, στην πράξη μελετάς ένα μέρος του όλου, την πιο πρόδηλη εκδήλωσή του. Όχι μόνο εξαιτίας μιας άγνοιας της ακριβούς αιτιότητας του όλου από τα μέρη, αλλά και γιατί το όλον είναι σε διάφορους βαθμούς μια αφαίρεση, που στηρίζεται στην αδυναμία της νόησης να εστιάζει ταυτόχρονα στο ασύλληπτο πλήθος των μερών και των αλληλεπιδράσεών τους. Σε κάποιο βαθμό, ο Ζάχος δεν τα προσπερνάει όλα ετούτα, ούτε τα αγνοεί. Κάπου μάλιστα, επιτιθέμενος στον Αναγωγισμό, ξεδιπλώνει παρόμοια νοήματα. Ωστόσο, ενώ τα εκμεταλλεύεται άριστα προκειμένου να αποδείξει αυτό που τον συμφέρει, τα αγνοεί επιδεικτικά όταν υπάρχει κίνδυνος να γυρίσουν μπούμερανγκ. Δεν του αποδίδω πρόθεση, παρά ημιμάθεια των βιολογικών μηχανισμών.

Έτσι, ενώ ο Ζάχος (και κάθε Ζάχος) κρίνει τα φαινόμενα εκ των υστέρων, παγιωμένα στο δεδομένο εξελικτικό τους στιγμιότυπο, ως τετελεσμένα γεγονότα - ωσάν δηλαδή να τα κατασκεύασε κανείς ως έχουν - η Βιολογία χτίζει τα φαινόμενα απ' τις απαρχές των πρώτων μοριακών δομών, μέχρι τη σημερινή πολυπλοκότητα, δίχως να φλερτάρει με αυθαίρετες υποθέσεις (*). Αυτό δε σημαίνει πως λύνει το πρόβλημα της ζωής, του σύμπαντος and everything. Πιθανόν, να μη το λύσει και ποτέ. Υπάρχει, πάντα, άπειρος χώρος για ν' αλωνίσουν, όχι ένας, αλλά όλοι οι θεοί και οι θεές, από καταβολής κόσμου. Ωστόσο, δίνει (η Βιολογία) μια πολύ καλή και φαινομενικά πειστική περιγραφή του τρόπου, με τον οποίο τα έμβια αναπτύχθηκαν ως στο σημερινό στάδιο, άπαξ και δημιουργήθηκε πια η ζωή. Αυτό σημαίνει ότι η θεωρία είναι πλήρης και αδιαμφισβήτη; Όχι. Απλά σημαίνει ότι είναι η μόνη θεωρία, που προς το παρόν λειτουργεί και υποστηρίζεται επαρκώς από τα δεδομένα και τα φαινόμενα. Για μένα προσωπικά, καλοδεχούμενη οποιαδήποτε εναλλακτική και οποιαδήποτε πρόκληση. Αλλά εναλλακτική με κότσια, τέτοια ώστε να μην πολεμάει την απορριπτέα μεταφυσικότητα των επιστημονικών αξιωμάτων με μεγαλύτερη και περισσότερη μεταφυσική, αλλά με μια λογική ακολουθία η οποία θα είναι δυνατόν να μεταλαμπαδεύεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, εργαστήριο σε εργαστήριο, γενιά σε γενιά. Γιατί, διαφορετικά, θα λέει ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του κι άκρη δε θα βγάζουμε.

(*) Το "αυθαίρετες" εδώ σηκώνει, προφανώς, μεγάλη συζήτηση και, δικαίως, θα έβρισκε πολλούς αντιρρησίες. Ωστόσο, οι υποθέσεις των φυσικών επιστημών δεν είναι δόγματα με θρησκευτική εσάνς. Είναι υπό μια έννοια αυθαίρετες, αλλά πάντα μέσα στα αυστηρά πλαίσια της επαγωγικής λογικής, της μελέτης του φυσικού κόσμου και της συσσώρευσης μετρήσιμων δεδομένων. Πολλοί επιστήμονες ενοχλούνται μ' εκείνο το "Θεωρία" στη Θεωρία της Εξέλιξης, ωστόσο όσο η επιστημονική κοινότητα διατηρεί τον όρο, η βαρύτητα της λέξης θα φανερώνει με κάθε τιμιότητα και τα όριά της.

Κύτταρα, έργα τέχνης και εξέλιξη.

Όσον αφορά στο δεύτερο κείμενο, γράφει κάποιος Αντώνης Παπαγιάννης, ο οποίος αν και ιατρός-πνευμονολόγος φαίνεται να 'χε μαζέψει πολλές απουσίες στο μάθημα της Βιολογίας. Μα πώς; Ούτε στο σχολείο, ούτε στο πανεπιστήμιο, ούτε στην ειδικότητα, ούτε πουθενά; Τι διάολο; Ο άνθρωπος αυτός έγινε γιατρός δίχως να πάρει πρέφα από Εξέλιξη, Φυσική Επιλογή και μηχανισμούς Συσσώρευσης; Αυτό δεν είναι, απαραίτητα, ειρωνικό. Προσωπικά, τελείωσα τη Μαθηματική Σχολή, δίχως να έχω πάρει πρέφα από αληθινά Μαθηματικά και τη φιλοσοφία τους: ήμουν ένας βόθρος τεχνικής, μεθοδολογίας και απομνημόνευσης, δίχως την παραμικρή κριτική ικανότητα ή εμβάθυνση. Μισή ντροπή δική μου, μισή ντροπή του Πανεπιστημίου και της αδιαφορίας των διδασκόντων. Ας αφήσουμε, όμως, τα ευτελή ad hominem κι ας προχωρήσουμε προς την ουσία.

Σε κάποιο σημείο, λοιπόν, γράφει ο συνονόματος, παίρνοντας ως αφετηρία την πορεία της ανθρώπινης γνώσης:

«Η μετάβαση από ένα στάδιο γνώσης σε άλλο δεν έγινε τυχαία. [ ... ] Το οικοδόμημα της γνώσης έγινε με αναλυτική εκτίμηση των προηγουμένων δεδομένων και σχηματισμό υποθέσεων για τα επόμενα λογικά βήματα, που στη συνέχεια επιχειρήθηκαν με προσεκτικά σχεδιασμένα πειράματα και μελέτες. [ ... ] θα ακουγόταν τελείως παράλογο αν κανείς ισχυριζόταν ότι όλες αυτές οι επιμέρους γνώσεις αποτελούν προϊόν μιας απόλυτα τυχαίας εξέλιξης στη σκέψη, χωρίς κανενός είδους σχεδιασμό και επιμέλεια. Τότε όμως γιατί η εξέλιξη στον φυσικό κόσμο (που λογικά κανείς δεν αρνείται) δεν θα πρέπει να υπακούει σε κάποιο οδηγό πρόσταγμα ή σχέδιο»;

Εδώ δεν πρόκειται για λογικό άλμα, αλλά για το παντελώς άσχετο. Φαίνεται ότι στους ανθρώπους με ίκτερο κιτρινίζει το δέρμα τους. Τότε γιατί και οι μπανάνες ή τα λεμόνια να μην έχουν βλάβη στο συκώτι; Ποιος; Τι; Και λέω εγώ, από την άλλη: «Και γιατί, παρακαλώ, θα 'πρεπε η εξέλιξη να υπακούει σε κάποιο σχέδιο»; Να πιάσουμε τα πιο απλά: η φαινομενική τελειότητα και αρμονία είναι μόνο φαινομενική. Η φύση βρίθει από ατέλειες, απερισκεψίες και παραλογισμούς. Ποιος Δημιουργός, για παράδειγμα, με σώας τας φρένας, θα σχεδίαζε πλάσματα που τρέφονται με τις σάρκες άλλων πλασμάτων, τα οποία δε γουστάρουν και τόσο τη φάση; Ποιος θα σχεδίαζε πλάσματα με ένστικτο αυτοσυντήρησης τα οποία... πεθαίνουν; Ποιος θα σχεδίαζε σκωληκοειδείς αποφύσεις, κόκκυγες και λαρυγγικά νεύρα που παλινδρομούν, αν είχε στοιχειώδη ιδέα του τι στα κομμάτια θέλει να κατασκευάσει, ακριβώς; Τα συνταιριάσματα των όντων, παρ' ότι καθόλα θαυμαστά, απέχουν πολύ απ' το να χαρακτηριστούν τέλεια ή άριστα σχεδιασμένα, παρά μόνο στα μάτια του αδαούς ή του ημιμαθούς, ο οποίος πλατσουρίζει στα ρηχά.

Η Βιολόγοι τα έχουν κουβεντιάσει αυτά από δεκαετίες. Ο Παπαγιάννης πιάνει το τελειωμένο κύτταρο και μένει με το στόμα ανοιχτό - απολύτως λογικό, αφού πρόκειται όντως για έναν θαυμαστό μηχανισμό. Εκεί, ωστόσο, που ο ίδιος βλέπει θεούς και σχεδιαστήρια, άλλοι άνθρωποι διακρίνουν, νηφαλιότερα, έναν απρόσωπο μηχανισμό που επιτελεί ακριβώς την ίδια δουλειά και μάλιστα δίχως προπατορικά αμαρτήματα και άλλες αηδίες. Ο μηχανισμός της συσσώρευσης, που προτείνουν οι Βιολόγοι, αντικαθιστά τα απιθανικομύρια νούμερα του Παπαγιάννη για το σχηματισμό ενός "έτοιμου" κυττάρου, ενός πλήρους οργάνου ή πλάσματος, με μια συνεχή ακολουθία πολύ μικρότερων βημάτων, τα οποία είναι περισσότερο πιθανά να συμβούν, έκαστο. Αντί για τεράστια σχεδιαστικά άλματα, η Φύση προτιμά τις ελάχιστα-μικρές ωθήσεις, μέσα σε μια νοηματική τυφλότητα και χωρίς άλλη κατεύθυνση, πέραν της ολοένα αυξημένης πολυπλοκότητας. Αναμασώντας ελεύθερα από βιβλίο του Dawkins (επειδή το 'χω πρόχειρο κι όχι γιατί είμαι γραμμένος σε κανά Dawkins Fan Club) : αν τα πράγματα ήταν έτσι στ' αλήθεια, τότε όσον αφορά στην εξέλιξη κάποιου οργάνου, όπως πχ. στον οφθαλμό, θα έπρεπε να συναντούμε στη φύση ένα σωρό περιπτώσεις οφθαλμών σε διάφορα στάδια τελείωσης, όλη δηλαδή τη γκάμα, από άχρηστους έως και εξαιρετικούς. Και, πράγματι, αυτό ακριβώς συμβαίνει κι αυτό ακριβώς παρατηρούν και καταγράφουν οι σπουδαγμένοι, μελετώντας το ζωικό βασίλειο και τ' απολιθώματα.

Σε άλλο σημείο, διαβάζουμε:

«Δύσκολο να προσπαθήσεις να μεταπείσεις όσους οχυρώνονται πίσω από την δική τους οπτική γωνία και αρνούνται να δεχθούν οποιεσδήποτε προεκτάσεις πέρα από το δικό τους νοητικό ‘ταμπούρι’.»

Εδώ θα συμφωνήσω, απόλυτα, με τον Παπαγιάννη. Οι τίμιοι συνομιλητές δεν οχυρώνονται ούτε σε ταμπούρια, ούτε σε κιβούρια, καθώς η αναζήτηση της αλήθειας (μιας όποιας) δεν είναι ούτε πόλεμος, που προσπαθεί ο ένας νους να εκμηδενίσει τον άλλο, ούτε όμως και δικαστήριο, που προσπαθεί κανείς να πείσει κανέναν. Η πειθώ δεν αρμόζει εδώ. Αυτό που αρμόζει είναι η διαρκής ανάλυση και αποσαφήνιση των επιχειρημάτων της κάθε πλευράς, ώστε να συζητηθεί η πληρότητα και η συνέπειά τους, τόσο εσωτερικά (με τον εαυτό τους), όσο και εξωτερικά με τα φαινόμενα. Ο στόχος είναι κοινός. Αν κάποιος "πείθεται" ή όχι είναι δικό του πρόβλημα. Το φλέγον θέμα είναι να καταλάβει ο ένας τι ακριβώς του προτείνει ο άλλος. Η Βιολογία, με όλα τα κενά και τις ατέλειες που μπορεί κανείς να της καταλογίσει, προτείνει κάτι πολύ συγκεκριμένο, ώστε ακόμα κι ένας αρνητής της, αν μελετήσει επαρκώς, του δίνεται απλόχερα η δυνατότητα να την κατανοήσει σε βάθος κι αν το επιθυμεί ακόμα (και το μπορεί) να την απορρίψει με αντίστοιχα επιχειρήματα. Από την άλλη, οι ενστάσεις και αντιπροτάσεις των θρησκευομένων, όταν εφαρμόζονται στο επίπεδο της λογικής επιχειρηματολογίας είναι συνήθως ισχνές κι αδύναμες, αποκαλύπτοντας μια κακομασημένη γνώση των επιστημονικών μηχανισμών, όταν δε εφαρμόζονται στο επίπεδο της μεταφυσικής - το συχνότερο και ύστατο καταφύγιο - αδυνατούν να κοινωνήσουν μια κάποιαν αλήθεια στον άλλο, αφού στην τελική αν κάπως προσεγγίζονται τα θεία είναι μόνο βιωματικά και μετά το χάος.

Τελικά, το άρθρο κλείνει ως εξής:

«Ωστόσο, ας κλείσω τον συλλογισμό με μια ρητορική ερώτηση: κανείς από τους ακροατές της δεν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η 9η Συμφωνία απλώς ‘συνέβη’, κανείς από τους επισκέπτες του Λούβρου δεν αρνείται ότι υπήρξε δημιουργικό χέρι πίσω από τη ‘Μόνα Λίζα’, κανείς από τους ιστορικούς της τέχνης δεν ισχυρίζεται ότι η ‘μπλε περίοδος’ του Πικάσσο εξελίχθηκε σε κυβισμό αυτόματα και μόνο με το πέρασμα του χρόνου, χωρίς τη βούληση του ζωγράφου. Με ποια λογική ο άπειρος κόσμος γύρω μας (και ο πιο άπειρος κόσμος μέσα μας) απλώς,  εντελώς τυχαία και απολύτως απρογραμμάτιστα, ‘έγινε’ όπως τον βλέπουμε;»

Και με πια λογική να συμβαίνει το αντίθετο; Οι ασυναρτησίες του Παπαγιάννη είναι αυτό ακριβώς: ασυνάρτητες. Δεν είναι τα πάντα άνθρωπος, γύρω μας. Έτσι ο άπειρος κόσμος δεν έχει καμία λογική υποχρέωση ή σκορδοκαΐλα να συμπεριφέρεται κατ' εικόνα κι ομοίωση με πεντεδέκα άτριχες μαϊμούδες, που μόλις κατάφεραν να ψελλίσουν "μπανάνα" στην άκρη ενός Γαλαξία, άρχιζαν να γεμίζουν τον κόσμο με τα περιττώματά τους. Στο κάτω-κάτω, έτσι ακριβώς: ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει την τάση να μαρσάρει, να σπινιάρει και στο τέλος σα μπουλντόζα, να παίρνει σβάρνα και να φτιάχνει παντού ανθρώπους κι ανθρώπινα. Σε ποια ακριβώς έκφανση της ζωής, ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν προβάλει τον εαυτό του - συμμετρίες, αισθήματα, ιδεολογίες - εισπράττοντας τις αντανακλάσεις των αντικειμένων, βρωμισμένες από τα ποδάρια του; Στα φυσικά φαινόμενα φτιάχνει θεούς, στα σύννεφα φτιάχνει δράκους, στις σκιές σιχαμερά τέρατα, στους μύθους και στα ποιήματα τα ζώα μιλούν, στα βράχια της Ικαρίας βλέπει Ινδιάνους, στα φυτά αναγνωρίζει επιθυμίες ("η γαρδένια μου διψάει"), στα εσωτερικά όργανα επίσης ("το στομάχι μου θέλει φαί"), στα κύτταρα βλέπει σχέδια και σχεδιαστές, στα σαρκοφάγα ζώα βλέπει μοχθηρία και στα χορτοφάγα πραότητα και καλοσύνη και πάει λέγοντας - είναι μια λίστα ατελείωτη, όσο κι ο ανθρώπινος πολιτισμός. Ο μεγαλύτερος φόβος του σύγχρονου Ανθρωπολόγου, όταν μελετάει τη συμπεριφορά και τα συναισθήματα των θηλαστικών, είναι να μη γίνει ρεζίλι και περίγελως, κάνοντας το λάθος να τους αποδώσει ανθρώπινες ιδιότητες. Ετούτη η ανθρωποποιητική ορμή και κλίση του Ανθρώπου δεν είναι καθόλου αστεία ή φευγαλέα: είναι μέρος της φύσης του είδους, είναι "καλωδιωμένη" στη νευροφυσιολογία του.

Όπως, λοιπόν, στη θέα ενός φυτού που μαραζώνει, ο λαϊκός-καθημερινός νους προβάλει στο φυτό μιαν επιθυμία (την επιθυμία για νερό), αντί για έναν φυσικό μηχανισμό, έτσι κι ο γεμάτος προθέσεις και σχέδια εγκέφαλος αντανακλά τον εαυτό του σε οτιδήποτε δίνει την υποψία απομάκρυνσης από την αταξία και την τυχαιότητα: πέτρες που κόβουν βόλτες στην Κοιλάδα του Θανάτου της Καλιφόρνια, μικρά πράσινα ανθρωπάκια στα σήματα του πρώτου Pulsar, θέλημα του Θεού οι μοναδικοί επιζώντες ναυσιπλοϊκών ή αεροπορικών τραγωδιών, τα λόγια του Αλλάχ στα σπλάχνα μιας ντομάτας, σε τελική ανάλυση, ένα μεγαλειώδες, θεϊκό σχέδιο, αποκαλυμμένο σε ολάκερη την πλάση. Αλλά, όπως αντίστοιχα η αδυναμία της όρασης δεν συνεπάγεται την ανυπαρξία ενός αντικειμένου ή μιας ιδιότητας, έτσι αντιδιαμετρικά η οπτική επικύρωση δε συνεπάγεται την ύπαρξη. Διαφορετικά, θα νομίσαμε ακόμη ότι ο Ήλιος περιστρέφεται γύρω απ' τη Γη.

Επίλογος

Κλείνοντας, επαναλαμβάνομαι. Η Βιολογία προτείνει ένα μηχανισμό, στην ουσία του απλό, λειτουργικό κι επιβεβαιωμένο από (ή αν θέλετε καλύτερα "συμβατό με") χίλια-μύρια παραδείγματα. Η Θρησκεία προτείνει ένα "μηχανισμό", ο οποίος όταν δεν τρέχει να μπαλώσει με μεταφυσικά ράκη τα κενά και τα περιθώρια της επιστήμης, εξαντλείται σε μια ελάχιστη ομάδα ανθρώπων, μια σταγόνα δηλαδή στον ωκεανό, οι οποίοι από μόνοι τους διατείνονται διάφορες βιωματικές αποκαλύψεις, ξένες και απροσπέλαστες στον υπόλοιπο κόσμο. Κείμενα, όπως τα δύο προηγούμενα, είναι ξεκάθαρα γραμμένα από πιστούς για πιστούς. Εκείνο στο οποίο στοχεύουν δεν είναι να πείσουν με λογικά επιχειρήματα, αφού ετούτα είναι το τελευταίο πράγμα που έχει ανάγκη ένας πιστός ή που τον απασχολεί. Στην πραγματικότητα, στοχεύουν στο να καταπραΰνουν τις αμφιβολίες της "ψυχής" κάτω απ' την πίεση των επιστημονικών κατακτήσεων και ν' αμβλύνουν το φόβο, μήπως χαθεί η χριστιανική γη κάτω απ' τα πόδια τους. Για τις ανάγκες αυτές, αλλά και γι' άλλους λόγους, είναι που στα κείμενα του είδους υπάρχει σχεδόν πάντοτε εκείνη η παράγραφος-σήμα κατατεθέν, η οποία εκτελεί το καθιερωμένο άλμα πίστης, καταστρέφει τη φυσική ροή της επιχειρηματολογίας κι εκτοξεύεται στον έβδομο ουρανό. Απέναντι στα αδιέξοδα της λογικής, ο πιστός δε μπορεί να βάλει μια παύση και ν' αναστοχαστεί. Σαν τα μικρά παιδιά, ντε και καλά, απαιτεί μιαν απάντηση και την απαιτεί εδώ και τώρα! Κάθε θρησκευτικό κείμενο, που σέβεται τον εαυτό του, θα πρέπει να συνιστά έναν ισοδύναμο αναγραμματισμό του Συμβόλου της Πίστεως. Δε μπορεί να λείπει ποτέ η τυπική κατάληξη-καραμέλα. Από το πουθενά εισάγεται ο "Λόγος", ο "Νους", η "Σχεδιάζουσα αρχή" κι ένα σωρό αυθαιρεσίες, οι οποίες ασχέτως αν έχουν ή δεν έχουν βάση, τουλάχιστον στην παρούσα κουβέντα δε θα 'πρεπε να έχουν θέση.

Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Όσα δε φτάνει η Επιστήμη ... [Μέρος 3ο]

Τι επιδιώκουν οι «νεκροθάφτες» του Θεού κι επίλογος

Στις τελευταίες παραγράφους, ακόμα κι αυτός ο κύριος Αλέξανδρος πιάνει την τυπική κλάψα. Του φταίνε οι κλασικοί "σατανάδες": οι Νίτσε, οι Σταλίνηδες, οι (αν)ύπαρκτοι Σοσιαλισμοί, οι Παγκοσμιοποίησες και πάει λέγοντας. Κλασικός Χριστιανός: πάντα οι άλλοι. Για όλα τα δεινά του κόσμου ευθύνεται ο νεκρός Θεός και το παιδί της Ρόζμαρι. Ο άνθρωπος δε μπορεί να καταλάβει πως ένας λαός, που του 'χουν καρφώσει το Θεό στο κεφάλι, δεν ξεκολλάει σχεδόν ποτέ, παρά πιάνει να θεοποιήσει ότι βρει μπροστά του. Δε θα πιάσω το Νίτσε, γιατί είμαι πολύ αδαής ώστε να τον κρίνω. Από την ευκολία ωστόσο που ο Κωστάρας αποδίδει στον Υπεράνθρωπο αιτιακή σχέση με το Ναζισμό, μάλλον κι εκείνος δε διακρίνεται από καμια ιδιαίτερη ευρύτητα πνεύματος. Όμως - πίσω στα προηγούμενα - το να σφάξεις το Θεό στο γόνατο, αλλά να πας να βάλεις στη θέση του το Στάλιν, το Κόμμα, την Ιδεολογία ή την Α.Ε.Κ δεν έχει και καμία ειδοποιό διαφορά της προκοπής κι ούτε αυτό σε κάνει άθεο, παρά μόνον για τις ανάγκες κανενός ληξιαρχείου. Σε κάθε περίπτωση, είσαι άνθρωπος ανελεύθερος και μαζοποιημένος. Εκτός κι αν ο αρθρογράφος πιστεύει ότι οι άνθρωποι φτιάχναν νωρίτερα, στο όνομα του Θεού, έναν κόσμο καλύτερο και τα πράγματα στράβωσαν μετά, εξαιτίας του Στάλιν και του Χίτλερ!

Τα χάλια που αποδίδονται στους δήθεν άθεους ανθρώπους, που δεν είναι άθεοι, είναι ακριβώς εκείνα που χαρακτηρίζουν τη συναισθηματική μικροψυχία οποιουδήποτε οπαδού, άρα και του μέσου πιστού. Καταδικάζοντας ένα συγκεκριμένο ήθος, άθελά του ο Κωστάρας, καταδικάζει κι αυτό το ίδιο το ήθος της ράτσας των Χριστιανών, αφού ποιοτικά ο λαϊκός τρόπος πίστης είναι το ίδιο άκριτος, φοβικός και φανατισμένος. Οι άνθρωποι που 'ναι "καλοί" είναι καλοί για άλλους λόγους κι απλά, όταν τυχαίνει να 'ναι πολιτογραφημένοι ως "Χριστιανοί Ορθόδοξοι" νομίζουμε πώς είναι η χάρη του Θεού που τους φωτίζει, αν πάλι είναι "Βουδιστές Ορθόδοξοι" είναι η χάρη του Σιντάρτα Γκαουτάμα και πάει λέγοντας, στον αιώνα των αιώνων της ευήθειας. Αυτό που κάνει ο Χριστιανισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο απ' το να παίρνει όλα εκείνα τα θετικά στοιχεία, τα οποία ούτως ή άλλως χαρακτηρίζουν τον Άνθρωπο, και να τα ιδιοποιείται. Τώρα, άμα ρωτήσεις έναν ψαγμένο, θα σου πει πως αβάπτιστα από τη θεία χάρη και την επικύρωση της επερχόμενης βασιλείας και όλα τα μεταφυσικά μπλαμπλά τα πράγματα δεν είναι τα ίδια κι ολάκερο το οικοδόμημα καταρρέει. Αλλά σε όσους από εμάς η λέξη Θεός είναι μια λέξη, που θα μπορούσε κάλλιστα και να μην υπάρχει, χωρίς να μας κάνει διαφορά, είναι ολοφάνερο ότι ο Άνθρωπος είναι πέρα και πάνω απ' τις ατελείς θρησκείες με τα μυθεύματα και τις ασυναρτησίες τους. Είναι, με άλλα λόγια, πολύ καλύτερος.

Κι ωστόσο, όπως το 'χω ξαναπαραδεχτεί, διακρίνω σε μερικές - όχι τόσο διαφημισμένες - γωνίτσες του ορθόδοξου λόγου ποιότητες, που αισθάνομαι δύσκολα συναντάς σε άλλα κείμενα ή πηγές. Χαίρομαι γι' αυτό σα μικρό παιδί και γεμίζω αγάπη, αλλά πάλι δεν αποδίδω τους λόγους αυτούς σε καμία μεταφυσική φώτιση, αλλά στον βαθύ ψυχισμό, κάποιων σπάνιων ανθρώπων. Ποιότητες βαθιάς αγάπης συναντάει κανείς εξίσου στο λεπτότερο κομμάτι των ανατολικών θρησκειών, στο γυμνό σεβασμό των Ινδιάνων της Β.Αμερικής και σε χίλια μύρια άλλα μέρη, απλά εκφρασμένες σε διαφορετική συναισθηματική γλώσσα. Έτσι, μεγαλώνοντας στο συγκεκριμένο περιβάλλον που μεγάλωσα, μου φαίνεται άκρως φυσιολογικό να με αγγίζει αμεσότερα η νοηματοδότηση της ορθόδοξης εκφραστικής, όταν δεν εκφυλίζεται σε λόγο εκκλησιαστικό και κατηχητικό. Αμπόλιαστος, ωστόσο, από την απεραντοσύνη και την ποικιλομορφία της ανθρώπινης "ψυχής", φαντάζει κι ο ορθόδοξος λόγος στενός και μετρημένος. Θέλω να πω, δε χρειάζεται να τρέχει κανείς στο επέκεινα για να εμφυσήσει με νόημα τον κοσμικό λόγο, όταν δίπλα του περπατούν πλάσματα φτιαγμένα από την ίδια ύλη και τον ίδιο πόνο. Ετούτη η εμμονή με το Θεό είναι ο καλύτερος τρόπος για να καμουφλάρει κανείς τη μισανθρωπία του ή, έστω, την αναπηρία της καρδιάς ν' αγαπήσει τον αδερφό ή την αδερφή της: είναι ευκολότερο ν' αγαπήσεις εκείνον, που στην πράξη δε μπλέκεται στα πόδια σου, παρά εκείνον με τον οποίο έχεις κάτι να μοιράσεις.

Ο Κωστάρας δεν εννοεί κάτι διαφορετικό όταν γράφει «Δεν μπορείς δηλ. να πεις ότι αγαπάς τον Θεό, αν δεν έχεις αγαπήσει προηγουμένως τον άνθρωπο». Αλλά τίποτα μα τίποτα, από τον προηγούμενο λόγο του, δεν αποπνέει τη γυμνότητα της ειλικρινούς αγάπης προς τον άνθρωπο, παρά μόνο την μικρόψυχη μιζέρια των ανθρώπων που βαριούνται μόνοι τους στη γωνία. Γιατί αν, όλοι ετούτοι οι άνθρωποι, αγαπούσαν πραγματικά, τότε μπροστά στα διλήμματα που τους προβληματίζουν θα φρόντιζαν ν' ανοίγουν περισσότερο την αγκαλιά τους και λιγότερο το στόμα τους. Καλή συνέχεια, σε όλους.

Όσα δε φτάνει η Επιστήμη ... [Μέρος 2ο]

Αποδειξιμότητα εναντίον ενοραματικότητας και τα λοιπά

Η ουσία, το βασικό νόημα όσων ξεδιπλώνει ο Αλ. Κωστάρας στις επόμενες δύο παραγράφους, δε θα με βρει διόλου αντίθετο. Η μεθοδολογική ποσοτικοποίηση της Επιστήμης έχει όρια και χωρίς, φυσικά, να της απαγορεύει κανείς να τολμά και να επιχειρεί έξω απ' τα νερά της, συχνά τα συμπεράσματά της προκαλούν περισσότερο τη θυμηδία, παρά επιφωνήματα έκπληξης και σεβασμού. Η βιωματικότητα, όχι μόνο του θρησκευτικού αισθήματος - λες και κατέχει καμιά περίοπτη θέση - παρά οποιασδήποτε ανθρώπινης εμπειρίας, χαρακτηρίζεται από τέτοια μοναδικότητα, συνέχεια και απροσδιοριστία, ώστε ούτε τα επιστημονικά εργαλεία επαρκούν, ούτε άλλα, προκειμένου να μεταλαμπαδευτεί η μοναδικότητα ετούτη απ' το ένα ανθρώπινο ον στο άλλο. Είναι χαρακτηριστικό - και όλοι έχουμε ένα αντίστοιχο παράδειγμα από την προσωπική μας ζωή - πως ακόμα και τα άτομα της ίδιας παρέας ή ομάδας βιώνουν το ίδιο γεγονός με εντελώς ξεχωριστούς και ιδιαίτερους τρόπους. Και μόνο με το εργαλείο της αγάπης μπορεί κανείς να προσεγγίσει ποιοτικά ένα άλλο πλάσμα - ανθρώπινο ή μη - καλύπτοντας τις ποσοτικές αστοχίες και τα χάσματα των μετρήσιμων. Ακόμα κι έτσι, όμως, μόνο για προσέγγιση μπορούμε να μιλάμε κι ούτε γι' αστείο για ολοκληρωμένη ταύτιση. Έτσι αισθάνομαι τα πράγματα.

Από την άλλη, τώρα, ο κύριος Κωστάρας και ένα σωρό άλλοι εκ των θρησκευομένων αρέσκονται στο να ευλογούν τα γένια τους και δεν είναι, εν γένει, τίμιοι στοχαστές. Σε κάθε μη συμφέρουσα ευκαιρία φαίνεται να ποιούν τη νήσσα, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την αποπροσανατολιστική αφετηρία της συλλογιστικής τους: πως να, δηλαδή, οι καλοί και πιστοί Χριστιανοί ξύπνησαν μόλις εχθές σ' αυτό το μάταιο κόσμο και ήρθαν οι άλλοι, οι κακοί αθρώποι και πέσαν πάνω τους να τους φάνε, χωρίς εκείνοι να 'χουν την παραμικρή ιδέα και δίχως να φταίνε σε τίποτα. Ετούτες οι αθώες περιστέρες, ωστόσο (δεν αναφέρομαι προσωπικά), έχουν ανυπολόγιστη ιστορική ευθύνη (δε μιλώ ηθικά, αυτή τη στιγμή, μόνο αιτιακά) για σωρεία δεινών, που μάστισαν κι εξακολουθούν να μαστίζουν την ανθρώπινη φυλή. Ετούτη η κατακαημένη ράτσα των Sapiens Sapiens αγωνίστηκε γι' αρκετούς αιώνες να πετάξει από πάνω της τη βαριά ταφόπλακα της δεισιδαιμονίας, του φανατισμού και της αμάθειας, της μπίχλας και της δυσωδίας. Όλα ετούτα τα εκατομμύρια των ξεντεριασμένων πτωμάτων στους βωμούς του καλού Θεούλη, στο όνομα του Πάπα, του Πατριάρχη ή της Ιεράς Συνόδου, έχουν ισάριθμα στόματα και κραυγές, που ανεβαίνουν καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι και μας στοιχειώνουν. Ο πιστός που δεν τρομάζει και δεν πισωπατεί από τη βία και το θάνατο, που κουβαλούν στα σπλάχνα τους οι οργανωμένες θρησκείες, που δεν βιάζεται να πάρει απόσταση από το μαφιόζικο ιερατείο του κερατά και να διαχωρίσει το βαθύ πυρήνα της πίστης του, από τη χωματερή του παπαδαριού, που δε γονατίζει με ταπεινότητα στις συζητήσεις σηκώνοντας πάνω του, σχεδόν μόνος, όλη την ενοχή που το σινάφι του έχει προκαλέσει, παρά με αλαζονεία τολμά να ζητά και τα ρέστα, ο πιστός λοιπόν ετούτος - κατά τη γνώμη μου - δεν είναι τίμιος.

Γράφει, ας πούμε κάπου, ο κύριος Κωστάρας:

«Επομένως, αυτός που περιδιαβάζει τον χώρο της μεταφυσικής δεν υποχρεούται να μου αποδείξει τίποτε από όσα ενοράται. Και αυτός που μου λέει ότι βλέπει τον Θεό δεν είναι υποχρεωμένος να μου το αποδείξει.» 

Ετούτη η ανερυθρίαστη αποποίηση ευθυνών είναι τόσο προκλητική, ώστε δυσκολεύεται κανείς να μη ρίξει το εκφραστικό του επίπεδο. Αλλά δεν είμαστε εμείς (άθεοι, αγνωστικιστές ή όποιοι άλλοι), που μπαίνουμε στα σπίτια των Χριστιανών (ή όποιων άλλων) και τους ζητάμε εξηγήσεις. Δεν είμαστε εμείς, που πιάνουμε την κατήχηση από την κολυμπήθρα. Δεν είμαστε εμείς, που 'χουμε γεμίσει κάθε γωνιά με τους ναούς και τα παρεκκλήσια μας. Δεν είμαστε εμείς, που τραβάμε τα παιδιά τους σε λειτουργίες, θείες κοινωνίες κι άλλους τζερτζελέδες. Δεν είμαστε εμείς, που επιβάλαμε για χρόνια στα σχολεία τους την εβραϊκή κατήχηση και παρα-μυθολογία. Δεν είμαστε εμείς, που ζούσαμε για χρόνια παρασιτικά, σα βδέλλες κολλημένες στην πλάτη, τους ώμους και τον τράχηλο πιστών και απίστων, συνοργανωμένοι με τους κρατικούς μαφιόζους. Τελικά, δεν είμαστε εμείς που τριγυρνούσαμε για αιώνες με τις βρωμοποδάρες μας, μέσα στα σπίτια και στα κεφάλια των ανθρώπων, σπέρνοντας και θερίζοντας τη δεκάτη μας, δίχως να μπολιάζουμε την κοινωνία με τίποτα της προκοπής, αφού οι άνθρωποι κοινωνούσαν κι αγαπιόνταν απ' τη φύση τους, πολύ πριν γεννηθεί ο πρώτος Εβραίος. Δεν περίμεναν, δηλαδή, να 'ρθει να τους το δείξει κανένας Μεσσίας.

Έχοντας αυτά κατά νου, ο τίμιος πιστός δεν πρέπει να σηκώνει ψηλά χέρια, πόδια και μύτη, όταν έρχεται αντιμέτωπος με τις ευθύνες του. Δεν πρέπει να εφησυχάζεται στην αλαζονική του ομφαλοσκόπηση, σα να μην ξέρει τίποτα για το φόνο. Αυτός που λέει ότι βλέπει το Θεό, στ' αλήθεια δεν έχει καμία υποχρέωση να μου αποδείξει το παραμικρό. Χεστήκαμε, δεν πα' να βλέπει και την πεθαμένη γιαγιά του ή στρουμφάκια. Αυτός, όμως, που ΜΟΥ λέει ότι βλέπει το Θεό, έχει κάθε υποχρέωση να μου το αποδείξει, γιατί κανείς δεν τον ρώτησε. Μόνος θεώρησε χρέος του ν' αρχίσει σαν την πορδή να διακηρύττει, δεξιά κι αριστερά. Εκείνος δε, που όχι μόνο μου λέει ότι τον βλέπει αλλά μ' εγγράφει και στους καταλόγους του από τα γεννοφάσκια, εκείνος έχει κάτι πολύ μεγαλύτερο και από υποχρέωση απόδειξης (ή συγγνώμης): απαιτείται όλος του ο βίος και οι πράξεις να μαρτυρούν και ν' ακτινοβολούν αυτό το φως, του οποίου ισχυρίζεται πως βρήκε το διακόπτη. Φυσικά, δεν υπάρχουν πολλοί τέτοιοι. Δεν υπάρχουν ούτε καν ελάχιστοι.

Το πρόβλημα με τους πιστούς δεν είναι ότι πιστεύουν σε ό,τι γουστάρουν να πιστεύουν, δίχως να ενοχλούν κανέναν. Το πρόβλημα είναι ότι ενοχλούν και μάλιστα πολύ. Λιγότερο από αγάπη και περισσότερο από συμφέρον, ψωροπερηφάνια, κόμπλεξ κι άλλα κατώτερα συναισθήματα, παίρνουν τις ντουντούκες ή τα κύμβαλα τα αλαλάζοντα και βγαίνουν σαν τους γύφτους να μας πουλήσουν καρπούζια και κοκκινόχωμα. Κι αν το καρπούζι βγει μάπα και το κοκκινόχωμα βρίθει ελμίνθων, τότε γυρνούν με το υφάκι της παρθενοπιπίτσας και σου λένε πως δεν έχουν καμία υποχρέωση ως προς τους λόγους και τα πιστεύω τους. Αν, λοιπόν, το χριστιανικό "προϊόν" ούτε αποδεικνύεται, ούτε μεταλαμπαδεύεται, εφόσον αποτελεί προσωπικό βίωμα, τότε για ποιο λόγο οι φορείς του δεν πάνε στην άκρη, ν' αράξουνε σε μια γωνίτσα μέσα στο χριστιανικό κουκούλι τους, σωπαίνοντας έστω από αιδώ ή ταπεινότητα; Γιατί θεωρούν χρέος τους ν' αποκριθούν με λόγια, συντάσσοντας λογικά επιχειρήματα για να υπερασπίστουν το άλογο, δίχως τελικά να λένε τίποτα; Σε ποιους τελικά απευθύνονται; Δυστυχώς, με αυτό το ήθος, σωστός διάλογος δεν πρόκειται να γίνει ποτέ.

Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Όσα δε φτάνει η Επιστήμη ... [Μέρος 1ο]

Πρόσφατα διάβασα στο Αντίφωνο και αυτό το άρθρο (εδώ η αρχική πηγή), ενός Αλέξανδρου Κωστάρα. Το πρόβλημα με τα άρθρα αυτού του τύπου είναι η άφθονη δόση συγκρατημένης ή καμουφλαρισμένης ειρωνίας: τα εισαγωγικά και τα μεταφορικά σχήματα, επιπέδου καφενείου, δίνουν και παίρνουν. Θα μου πεις κι εσύ ειρωνεύεσαι, κατά κόρον. Σαν ξεκίνησα το blog αυτό, ξεκίνησα με άλλο ήθος γραφής κι όμως - ας πούμε τα δύο τελευταία χρόνια - ο κυνισμός κι η ειρωνία δε λένε να ξεκολλήσουν εύκολα απ' το πετσί μου. Η επίκριση αυτή είναι σωστή. Όμως εγώ δε γράφω στο Αντίφωνο ή στην Κιβωτό της Ορθοδοξίας, γράφω στο κατα-προσωπικό μου blog και λογαριασμό δεν έχω να δώσω σε κανένα. Αν όμως, κάποιος τρελός, ζητούσε να φιλοξενήσει στο χώρο του κάποιο μέρος της σκέψης μου, τότε τα πράγματα θα 'ταν αλλιώς και το εκφραστικό μου ήθος, επίσης. Αυτή την ικανότητα (να ξεχωρίζεις, δηλαδή, πού και πώς να μιλάς) δε φαίνεται να την μοιράζεται και μεγάλο πλήθος αρθρογράφων, αν κρίνω από ένα σωρό αναρτήσεις σε ιστοσελίδες ή εφημερίδες (και καλά) επιπέδου. Έτσι κι ο εν λόγω κος Κωστάρας ξεκινά με "φρούτα", με "καρπούς" και "ποικιλίες" και, τέλος πάντων, με το γνωστό υφάκι διακριτικής απαξίωσης, από εκείνα που αν κάνεις το λάθος να επισημάνεις, ο συνομιλητής θα σου αντιγυρίσει πλήρη άγνοια ή έλλειψη πρόθεσης ή παρανόηση και θα μείνεις εσύ ο εκτεθειμένος. Τέλος πάντων, κατά τ' άλλα, το άρθρο είναι ένα αξιοπρεπές δείγμα του μέσου όρου σκέψης και δεν το λέω ετούτο υποτιμητικά. Ας το εξετάσουμε, λοιπόν, στα σημεία.

Πρόλογος

Το βασικότερο, που νιώθω την ανάγκη να θίξω εδώ, είναι ετούτη η μανία να φυτιλιάσουμε την ελληνική πραγματικότητα με στοιχεία μιας διαμάχης, που ξεκίνησε και διεξάγεται σε μια μακρινή και ξένη κοινωνία. Ετούτη η δυτική, ας την πούμε, επιστημονική σταυροφορία ξεκίνησε σαν αντίδραση σε ένα διογκούμενο, θρησκευτικό ρεύμα, που απειλούσε να καταλύσει τον ορθό λόγο και να επαναφέρει το σκοταδισμό της ημιμάθειας, της ακρισίας και της μισαλλοδοξίας. Το ρεύμα αυτό, που βρήκε γόνιμο έδαφος στην ανθρώπινη ηλιθιότητα ή αφέλεια, είχε ως αιχμή του δόρατος τη Θεωρία του Δημιουργισμού και, για μια περίοδο, αναστάτωσε με την ισχύ της εξάπλωσής του τα θεμέλια της νοητικής υγείας μιας ολόκληρης γενιάς (κι ίσως εξακολουθεί). Εδώ δε μ' ενδιαφέρει να σχολιάσουμε τις γενικότητες ή τις λεπτομέρειες της διαμάχης αυτής. Αυτό που μ' ενδιαφέρει, ωστόσο, είναι πως ενώ τα εν λόγω τεκταινόμενα ουδέποτε αποτέλεσαν εσωτερικό πρόβλημα της δικής μας κοινωνίας, αλλά εισήχθηκαν μέσω της βιβλιογραφίας και του έξυπνου marketing, πολύς κόσμος έπεσε στο τρυπάκι να θεωρήσει επιτακτικό χρέος του να πάρει θέση. Εγώ, φυσικά, δεν υπήρξα εξαίρεση. Μάλιστα, εκείνη την περίοδο έλαβα και την αφορμή να ξεκινήσω ετούτο το φτωχό, προς το παρόν, blog. Τότε που κράτησα στα χέρια μου την "Περι Θεού αυταπάτη" του R.Dawkins. Όμως εγώ δεν έχω υπογράψει πουθενά συμβόλαιο κι έτσι αφήνομαι αδέσμευτα, στην αγκαλιά οποιασδήποτε νοητικής πρόκλησης μου φανεί ενδιαφέρουσα, δίχως να χρωστώ υποτέλεια κανενός. Όλος όμως αυτός ο κόσμος της Ορθοδοξίας, της οποίας το βαθύτερο ήθος και η αγαπητική καθαρότητα δεν έχει καμία σχέση με τους τύπους και την πολεμική του Προτεσταντισμού (ή ό,τι άλλο), τι διάολο πάνε και μπλέκουνε τα μπούτια τους; Τι πάνε  ν' αποδομήσουν ανθρώπους, στην άλλη άκρη της Ευρώπης ή της υφηλίου, το πείσμα και οι δράσεις των οποίων έχουν ως στόχους ποιότητες και ήθη, τόσο μακρινά και ξένα, προς τα αντίστοιχα ορθόδοξα; Αυτό δεν το καταλαβαίνω. Πραγματικά, δηλαδή, δεν έχουν τίποτα καλύτερο να κάνουν;

Προσωπικά, συμφωνώ απολύτως ότι η Επιστήμη δεν έχει κανένα λόγο να κάθεται ν' ασχολείται με θεούς, διαβόλους ή άλλα μεταφυσικά υποκείμενα. Όχι γιατί δεν είναι το χωράφι της, όπως θα λέγαμε λαϊκά, αλλά γιατί έχει πολύ πιο άμεσα και πρακτικά ζητήματα να επιλύσει. Απ' την πλευρά της έχει κάθε δικαίωμα ν' ασχοληθεί με όποιο ερώτημα την απασχολεί, δίχως να δίνει λογαριασμό σε καμία ενορία, λες κι έχουμε περιφράξει με συμβολαιογραφικά συρματοπλέγματα τις ανθρώπινες ανησυχίες. Δεν έχει, δηλαδή, να κάνει με το αν είναι δουλειά της επιστήμης ή όχι ν' απαντήσει για την ύπαρξη του Θεού, καθώς δεν υπάρχει επαγγελματικό επιμελητήριο αυτού του είδους, να μοιράζει άδειες φιλοσοφικής ή θεολογικής εξασκήσεως. Ωστόσο, στην παρούσα βιολογική, πολιτισμική ή επιστημονική φάση του ανθρώπινου είδους, δε φαίνεται να υπάρχει ούτε η στοιχειωδέστερη ικανότητα της επιστήμης ν' αποδείξει οτιδήποτε έχει να κάνει με τα θεία και τη μεταφυσική. Γιατί αν μπορούσε τότε θα μιλούσαμε για φυσική κι όχι για μεταφυσική. Συνεπώς, η αποχή φαίνεται ως η τιμιότερη, επιστημονική στάση κι ως εκ τούτου ο αγνωστικισμός ως η τιμιότερη φιλοσοφική. Είμαι, δηλαδή, απολύτως σύμφωνος πως η «επιστημονική αθεΐα» είναι περισσότερο μια πίστη αντεστραμμένη, παρά μια επιστημονική θέση, αν κι εγώ προσωπικά - όπως, έχω ήδη αναφέρει στην παρθενική μου ανάρτηση - αισθάνομαι και λειτουργώ, πρακτικά, ως άθεος. Θα πρέπει, ωστόσο, ν' αναγνωρίσουμε ως ελαφρυντικό της επιστημονικής αθεΐας τις καθαρές της προθέσεις, οι οποίες είναι περισσότερο πολιτικές παρά επιστημονικές κι έχουν ως αφετηρία το φόβο κατάλυσης ζωτικών, πολιτισμικών κατακτήσεων και την οπισθοδρόμηση, πίσω σε μια εποχή μαγισσών και τσαρλατάτων.

Από την άλλη, όμως, αν εξαιρέσουμε την έρευνα ύπαρξης ενός απόλυτου και άναρχου Δημιουργού, υπάρχει μια αχανής μεταφυσική μπαρουφολογία, η οποία έχει με τη μεταφυσική τόση σχέση, όση έχει η μπανάνα με το σεξ. Υπάρχει ένας ασύδοτος βόθρος των Δαναΐδων - που κοντεύει να... ξεχειλίσει - από λαϊκές ανοησίες, ηλίθιες παραδόσεις και θρησκευτικές δεισιδαιμονίες. Ματάκια, λαδάκια και σκατουλάκια για ξεμάτιασμα, χιλιόμετρα τίμιου ξύλου, π' αν τα 'βαζες ένα δίπλα στ' άλλο θα φτιαχνες γέφυρα ως τη Σελήνη, εικονίσματα που κλαίνε ή κλάνουν αγιασμό, σαπισμένα λείψανα που λειώνουν παντόφλες, θεραπεύουν τον καρκίνο, αλλά αφήνουν τη μαλακία ανέπαφη, ιερά φιδάκια χωρίς κανένα νόημα, ακίνδυνα μπροστά στο συμπυκνωμένο φαρμάκι του οργανωμένου ιερατείου, το κάστανο του Παΐσιου και η κουράδα του Πορφύριου και, στην τελική, το θαυματουργό παγκάρι, που το κλειδώνεις Δευτέρα αδειανό και το απόγευμα της Κυριακής τ' ανοίγεις κι αγοράζεις καινούργια κουφώματα, στο εξοχικό του μητροπολίτη. Για όλες αυτές τις ασυναρτησίες, αλλά και για ερωτήματα πολύ σοβαρότερου τονάζ, όπως η δημιουργία του Κόσμου ή της ζωής, η ύπαρξης της συνείδησης, η δυνατότητα παρθενογένεσης, ανάστασης ή μεταθανάτιας ζωής κι άλλα τόσα, η Επιστήμη όχι μόνο έχει εργαλεία να τα αντιμετωπίσει ή έστω να τα προσεγγίσει, αλλά πολύ περισσότερο θα 'λεγε κανείς έχει και το χρέος. Κι ωστόσο, πάντα θα υπάρχουν ερωτήματα τα οποία θ' ακροβατούν στα όρια μεταξύ αντικειμενικού κόσμου και μεταφυσικής. Δεν είναι όλα ξεκάθαρα. Σ' αυτές τις γκρίζες ζώνες έχει δικαίωμα ν' αλωνίζει ο καθένας, με τα δικά του όργανα πλοήγησης. Άλλοι βέβαια με τον εξάντα και τον χάρτη, άλλοι πάλι με τον Άι-Νικόλα και τ' αστεράκι της Βηθλεέμ.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Η Επιστήμη ως Θρησκεία δεν είναι Επιστήμη [Μέρος 4ο] ...

11. "Ενώ η κατάργηση της φιλοσοφίας τους ήταν σχετικά εύκολη, με τη θεολογία ήταν λίγο πιο δύσκολα τα πράγματα, γιατί τα δύο χιλιάδες χρόνια του χριστιανισμού έχουν «μολύνει» τον πολιτισμό της ανθρωπότητας και αυτό δεν αλλάζει τόσο εύκολα".

Θα περιμέναμε, τώρα, ν' ακολουθήσει καμιά δήλωση της προκοπής, με περιεχόμενο, με βαρύτητα, να σε κάνει να σταθείς μια στάλλα πάνω της. Για παράδειγμα : ο θρίαμβος του χριστιανικού μηνύματος, η νίκη έναντι του θανάτου, η αγάπη (τάχα) στις κοινωνικές σχέσεις ή τους θεσμούς. Ούτε κατά διάνοια, ούτε καν ξώφαλτσα, ως υπονοούμενο! Αλλά τι μαθαίνουμε; Μαθαίνουμε, ας πούμε, ότι στο Σαίξπηρ υπάρχουν 1300 αναφορές στη Βίβλο. Ναι. Χμμμ. Χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι; Αυτή είναι η κληρονομιά του Χριστιανισμού;;; Σοβαρά τώρα;;;

Τι κάνει τον αρθρογράφο να πιστεύει ότι ο ανθρώπινος πολιτισμός δεν είναι μπολιασμένος με ισάριθμες φράσεις ή εκφράσεις της Φιλοσοφίας, διάσπαρτες στα συμφραζόμενα; Tabula rasa, a priori, πλατωνικός έρωτας, τα πάντα ρει, μηδέν άγαν, στωικότητα, κυνισμός και πάει λέγοντας, όρεξη να 'χει κανείς και περισσότερες γνώσεις, από μένα. Να του υπενθυμίσουμε, επιπλέον, ότι η Φιλοσοφία μετράει και μισή χιλιετία παραπάνω απ' το Χριστιανισμό και - ακόμα περισσότερο - ότι ο τελευταίος χρησιμοποίησε κατά κόρον την πρώτη στη θεολογία του (με τον Αριστοτέλη), η πρώτη όμως ουδέποτε είχε χρεία των οραματισμών και της θρησκευτικής εσχατολογίας (ιστορικά, εδώ μπορεί και να σφάλλω αλλά τόσο μου κόβει, τόσα λέω). Αυτά.

12. "Όμως, ο κατακερματισμένος Δυτικός Χριστιανισμός, έχοντας αποκοπεί εδώ και αιώνες από τη ζωντανή μυστικιστική σχέση με το θείο, μια σχέση που ευτυχώς επιβιώνει ακόμα στην παράδοση της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας, προσπαθεί να αντιπαρατεθεί στο γήπεδο του αντιπάλου. Στο γήπεδο του ορθολογισμού και της νοησιαρχίας, γι’ αυτό βρίσκεται πάντα σε άμυνα και υποχώρηση".

Ίσως η μόνη πρόταση του συγγραφέα, που βγάζει κάποιο νόημα της προκοπής, έστω κι αν είναι κοινός τόπος. Θα με βρει απόλυτα σύμφωνο. Κι είναι, ακριβώς, αυτή η ζωντανή μυστικιστική σχέση το στοιχείο εκείνο, που σέβομαι (δίχως να το κατανοώ) στο ορθόδοξο ήθος κι είναι, ακριβώς, αυτή η βιωματική άσκηση της αγάπης, η οποία έχει κάτι να με διδάξει, στην οποία μπροστά γονατίζω και προσπαθώ να κατανοήσω.

Από την άλλη, βέβαια, αγνοώ ποιος θα μπορούσε να είναι, επί της ουσίας, ο θεολογικός αντίλογος του Δυτικού Χριστιανισμού. Αν παραδέχεται αυτό το ολίσθημα ή έχει αναπτύξει μια πλούσια επιχειρηματολογία αιτιολόγησής του. Τέλος πάντων. Έχουμε και πιο φλέγοντα προβλήματα, στη ζωή μας, να λύσουμε.

13. "Με τη φιλοσοφία νεκρή και τη θεολογία στριμωγμένη στη γωνία, ποιος θα μιλήσει τώρα για ηθική;"

Εδώ, επανερχόμαστε στο εντελώς κατασκευασμένο επιχείρημα, περί τέλους της Φιλοσοφίας. Πού είναι όχι μόνο κατασκευασμένο, αλλά επιπλέον και σαθρό, αφού στηρίζεται σε μια παπάρα, που βγήκε και είπε κάποια διασημότητα. Και την επόμενη, φυσικά, όλες οι έδρες Φιλοσοφίας ανά την υφήλιο, κατεβάσανε ρολά κι ανοίξανε καντίνα με χοτ-ντογκ, απέναντι από τα πειραματικά εργαστήρια.

Η θεολογία, κακά τα ψέμματα, αυτοστριμώχτηκε. Είναι η πλέον αναμενόμενη αντίδραση του κομπλεξικού, ο οποίος βλέπει ότι κανείς δεν ασχολείται πια μαζί του κι επειδή δεν έχει και τίποτα της προκοπής να πει, αρχινάει τις κλάψες και τις κατηγόριες, για το πώς του φερθήκανε, για το πόσο φταίνε οι άλλοι, πόσο κακοί είναι και τέτοια. Όταν ο Χριστιανισμός είχε την εξουσία και μονοπωλούσε για αιώνες τις ψυχές των ανθρώπων, τι κατάφερε; Μια τρύπα στο νερό. Φρουφρού κι αρώματα, χρυσοποίκιλτα άμφια, χαμογελάκια με βασιλείς και αυτοκράτορες, από τη μία, κι από την άλλη ιεροεξεταστές, βασανιστήρια, ενοχικότητα, κόλαση, μισογυνισμός, βρώμα και δυσωδία. Πόσες ευκαιρίες, δηλαδή, χρειάζεται να του δώσουμε; Πόσες χιλιετίες ακόμα; Πόσες ανθρώπινες ζωές, στο βωμό της... αγάπης; Νισάφι πια. Άμε και πάγαινε από 'δω, βρωμιάρη, σκύλε!

Κρατάμε μόνο τους ξεχωριστούς εκείνους ανθρώπους, που μέσω της χριστιανικής σημειολογίας, ξεδίπλωσαν όντως μιαν αληθινή αγάπη, μια τρυφερότητα, που μεταποίησε τον πόνο της ύπαρξης σε όραμα, που λάμπει εξίσου, ακόμα και απογυμνωμένο από το εσχατολογικό του περιεχόμενο. Οι αποσπασματικές μου γνώσεις δεν επιτρέπουν να παραθέσω παραδείγματα πχ. από τους λεγόμενους Πατέρες. Αμυδρά, ωστόσο, θυμάμαι το "Για να ζήσει ο Κόσμος" του Alexander Schmemann , από τα σύγχρονα διαβάσματα, ή το λόγο του Χρήστου Γιανναρά, ο οποίος όταν (σπάνια πια) είναι διαυγής κι όχι βουτηγμένος στη μαυρίλα και την απαισιοδοξία, πληρώνει τα σωθικά σου μ' ένα τρόπο, σχεδόν, μυστηριακό και συγκινητικό.

Το ρεζουμέ; Άμα δεν έχεις κάτι να πεις, ένα σύγχρονο μήνυμα να προσφέρεις στον Κόσμο, βούλωσέ το και παραδέξου την ήττα σου. Όχι γιατί σε νίκησε κανένας, αφού κανείς δε σε πολέμησε - δεν άξιζε τον κόπο - αλλά γιατί μόνος σου παραιτήθηκες, αλλώθηκες εκ των έσω, κατασπάραξες τα σωθικά σου κι απόμεινες κενός και κύμβαλον αλαλάζον... για να μιλήσω τη γλώσσα σου.

14. "Η νέα θρησκεία έρχεται επίσης να αμφισβητήσει την πανανθρώπινη εμπειρία αιώνων, ότι πίσω από κάθε δημιούργημα υπάρχει και ο δημιουργός. Όχι, αυτό δεν ισχύει πάντα. Υπάρχει μία περίπτωση τουλάχιστον στην οποία δεν ισχύει. Το σύμπαν μέσα στο οποίο ζούμε δεν έχει δημιουργό".

Όλη η παραγράφος, της οποίας η παραπάνω φράση είναι εισαγωγική, εκφράζει ακριβώς τις αναγκαιότητες εκείνες, οι οποίες οδήγησαν στη διατύπωση της Ασθενούς και της Ασθενούς-Ισχυρής Ανθρωπικής Αρχής. Ο Τσεπενέκας μοιάζει να μην έχει επίγνωσή τους, κάτι που δεν είναι ντροπή. Δεδομένης, ωστόσο, της αναλυτικότατης περιγραφής των φυσικών παραμέτρων, γύρω από τη δημιουργία ζωής στο Σύμπαν και τα σχετικά, στέκομαι κάπως καχύποπτος. Υποψιάζομαι ότι ο αρθρογράφος είναι λίγο πονηρούλης και μάλλον ξέρει. Αλλά δεν τον συμφέρει και ποιεί την νήσσαν.

Όπως έγραψα, κάπου στα προηγούμενα, οι συνεχείς ανακαλύψεις και κατακτήσεις της ανθρώπινης νόησης, κατά βάθος, διόλου δεν αναιρούν την αναγκαιότητα ενός Δημιουργού, για όποιον επιμένει να πιστεύει. Απλά τον εκτοπίζουν όλο και πιο πίσω, αιτιακά. Ε και; Θα έλεγε κανείς ότι στην ουσία της, η θεία φύση ουδέποτε άλλαξε έδρα επιχείρησης, παρά στεκόταν πάντα εκεί, πίσω απ' το παραβάν, λίγο πέρα από τα όρια της ανθρώπινης κατανόησης και αντιληπτικότητας. Τι κι αν αυτά ξεχειλώνουν και πλαταίνουν; Πάντα στο άρρητο υπόλοιπο, άπειρο ή απειροστό, μπορούν να χωρέσουν όλες οι επιθυμίες και οι προφητείες.

Αυτό που λέει, στην τελική, η Επιστήμη για το Θεό, νομίζω ότι συμπυκνώνεται χαρακτηριστικά στην απάντηση του Laplace, περί μη αναγκαιότητας μιας τέτοιας υπόθεσης. Ποσώς, δηλαδή, μας ενδιαφέρει αν υπάρχει ή δεν υπάρχει. Μπορούμε να διατυπώσουμε μια συνεπή θεωρία (φυσική, κοσμολογική, βιολογική ή άλλη), δίχως καμία μεταφυσική ή παραφυσική υπόθεση; Αν ναι, γιατί να μην το κάνουμε; Τι σχέση έχει ο Θεός; Ας πούμε, οι άνθρωποι πίστευαν για χιλιετίες στον Αδάμ και την Εύα. Κι ήρθε κάποτε ο κακομοίρης Δαρβίνος (ή όποιος άλλος) και σου λέει, για κοίτα να δεις, υπάρχει και μια δεύτερη εξήγηση και, μάλιστα, πολύ περισσότερο συμβατή με τα δεδομένα, που συλλέγουμε από τον κόσμο γύρω μας. Αυτό δεν αποκλείει το θεϊκό δάχτυλο ή και το χέρι ολόκληρο, για όποιον του αρέσει να τον χουφτώνουν. Αρκεί ν' αντικαταστήσουμε τον πηλό με DNA, μεταλλάξεις κι ένα μηχανισμό επιλογής. Ή ό,τι άλλο γουστάρουμε. Αυτό που εκτοπίστηκε ήταν η απλοϊκότητα και η αλληγορία κι όχι ο Δημιουργός, καθαυτός, για όποιον αισθάνεται την ανάγκη του.

Ο Κόσμος διόλου δε χάνει σε ομορφιά και μεγαλείο, ούτε απομυθοποιείται, από την επιστημονική πρόοδο, παρά μόνο στο μυαλό του αδαούς. Όσο περισσότερο μυείται κανείς στη γλώσσα της Φυσικής, των Μαθηματικών, της Αστρονομίας, της Βιολογίας, της Χημείας κ.τ.λ. και βαθαίνει στο μυστήριο του Κόσμου, τόσο μεγαλύτερο δέος τον καταβάλλει κι ακατασίγαστος θαυμασμός. Κι αν τελικά, πίσω απ' όλα τούτα, στέκει άναρχος και ασύλληπτος οποιοσδήποτε Δημιουργός, είναι προς όφελος και προς τιμήν του, όλο αυτό το μεγαλείο που ξεδιπλώνεται με τη γλώσσα και τη ματιά της Επιστήμης.

Πρέπει να 'σαι τυφλός, ώστε να βλέπεις αποκαθηλώσεις εκεί, όπου τουναντίον δοξάζεται η Δημιουργία.

15. Επίλογος

Ο Τσεπενέκας κλείνει μ' έναν ρομαντικό απολογισμό, που σχεδόν θα 'φερνε δάκρυα στα μάτια, αν δεν ήταν τόσο μακρυά από την επιστημονική πραγματικότητα. Κι ωστόσο, βγάλε την λέξη "επιστημονική" και βάλε στη θέση της τη λέξη "πολιτική" ή "κοινωνική" και θα 'χεις μια πολύ καλή προσέγγιση των αντίστοιχων κατηγοριών της ύπαρξης.

Η θρησκειολογούντες και θεολογούντες συνεχίζουν την τακτική της κότας ή του Κινέζου. Επιλέγουν τον ευκολότερο εχθρό, γνωρίζοντας ότι κανείς επιστήμονας δεν πρόκειται να χάσει το χρόνο του μαζί τους. Έτσι χοροπηδούν και το παίζουν καμπόσοι, αφού τους παίρνει, και κάνουν τη φιγούρα τους κι είν' όλοι φχαριστημένοι ή αδιάφοροι. Αλλά για τον πραγματικόν εχθρό κουβέντα. Για τα Κράτη, τις Πολυεθνικές, τους Τραπεζικούς μαφιόζους, τον Καπιταλισμό τσιμουδιά. Εκεί "Έχει ο Θεός", "Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι", "Άγνωσται αι βουλαί" κι "Ο Σατανάς έχει πολλά ποδάρια". Αντί να γίνουν άνθρωποι πολιτικοί και να εκδηλώσουν την αγάπη τους προς την ανθρωπότητα, μετασχηματίζοντας, πλάθοντας, μπολιάζοντας τον Κόσμο με τον αγώνα και το αίμα τους, αράζουν στα στασίδια της Μητρόπολης και ψέλνουν λιβανωτούς, χέρι με χέρι με τον Καρατζαφέρη. Άμε και στο διάολο, λοιπόν, με την κλάψα.

Να βγεις και να παλέψεις με το κακό του κόσμου, αυτό το καταλαβαίνω. Να σου φταίει η επιστήμη γιατί απογυμνώνει τον κόσμο απ' την ιερότητά του, όταν γύρω έχουν βγει παγανιά ο τοκογλύφος, ο φασίστας, ο θάνατος, ο πόλεμος, ο σκοταδισμός, ο φανατισμός, ο εθνικισμός και άλλοι καβαλάρηδες ε, αυτό - συγχωρέστε με - είναι του αποπάτου ο απόπατος κι ακόμη αποπάτω. Εσύ, εσύ προσωπικά, είσαι που απογυμνώνεις τον κόσμο από την ιερότητα, με τη δειλία και την εθελοτυφλία σου. Κι όταν λέω εσύ, εννοώ κι εγώ.

Να 'ναι κανείς δειλός, ναι. Αλλά με κάποιο θάρρος να το παραδέχεται. Είναι μια αρχή κι αυτό...

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Η Επιστήμη ως Θρησκεία δεν είναι Επιστήμη [Μέρος 3ο] ...

8. "Η επιδίωξη της αρετής δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα, όπως δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα και σκοπό η ίδια η ζωή του ανθρώπου. Απλά, σε μια απολύτως ανταγωνιστική κοινωνία πρέπει να αναπτύξεις τις ατομικές σου δεξιότητες, για να ανέβεις ψηλότερα από τους υπολοίπους και να είσαι εσύ αυτός που θα διαιωνίσεις τα γονίδια σου επιλέγοντας το καλύτερο ταίρι".

Κακοχωνεμένη εκλαϊκευμένη βιολογία της προηγούμενης δεκαετίας. Δεν είναι της ειδικότητάς μου και αδυνατώ να παραθέσω, με πρόχειρο τρόπο, τις βασικές ενστάσεις. Ας διαβάσει κανείς περισσότερο. Ο αρθρογράφος φαίνεται να έχει περισσότερο στο νου του την καπιταλιστική κοινωνία, παρά την επιστήμη και τη βιολογία. Η συνεργασία και ο αλτρουισμός είναι χαρακτηριστικά του ζωϊκού βασιλείου, που εξετάζονται εδώ και χρόνια κι έχουν οδηγήσει σε πολλές επανερμηνείες. Ο τρόπος που τα ζώα αντιλαμβάνονται, σκέφτονται, επικοινωνούν, αισθάνονται προσφέρει διαρκείς εκπλήξεις, χρόνο με το χρόνο. Στην προσπάθεια, ωστόσο, των βιολόγων να μην ανθρωποποιούν τις αντιδράσεις των ζώων, ας μην επιβαρύνουμε τα πράγματα ζωοποιώντας τις αντιδράσεις του ανθρώπου. Όχι γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ζώο κι είναι τιμή του να μοιράζεται την ύπαρξη και την ουσία του με το σύνολο της Πλάσης - πόσο ευγενική ταπείνωση, απαντώντας στον Τσεπενέκα παρακάτω - αλλά γιατί δεν είναι σωστό να μην συνυπολογίζουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του είδους, στο εισαγγελικό μας ζύγι. Η αυτοσυνείδηση κι η ενδοσκόπηση δυσχεραίνει σε εξαιρετικό σημείο την ανάλυση του είδους μας, είτε με βιολογικούς, είτε με φιλοσοφικούς όρους. Δεν είναι όλα τα ερωτήματα απαντημένα. Αν οι Βιολόγοι θεωρούν ότι τα 'χουν πει όλα, αυτό δε θα βρει σύμφωνους όχι μόνο τους πιστούς, αλλά έναν ολόκληρο επιστημονικό κόσμο με ενστάσεις πολύ πιο σοβαρές, από τα μυξοκλάμματα των θρησκόληπτων. Ενστάσεις που αφορούν την ερμηνεία και τη λογική επιχειρηματολογία.

Η δε επιδίωξη της αρετής δεν έχει, όντως, κάποιο ιδιαίτερο νόημα, για τη Βιολογία. Γιατί δεν είναι ο ρόλος της να μιλήσει γι' αυτό. Το πολύ-πολύ να σου πει ότι γονιδιακά ο άνθρωπος έχει τους κατάλληλους υποδοχείς αρετής. Δεν είναι δουλειά της Βιολογίας ή της Επιστήμης. Δε θα σου πουν αυτές τον τρόπο, που θα ζήσεις τη ζωή σου, όπως η Ανατομία δε θα σου πει τους τρόπους που θα χρησιμοποιήσεις τους μυς σου, θα σου πει μόνον πού βρίσκονται και τι δουλειά κάνει ο καθένας. Δεν είναι η Επιστήμη που θα δώσει νόημα στη ζωή μας κι ούτε ισχυρίστηκε ποτέ κανείς κάτι τέτοιο. Πέραν δηλαδή από τους Τσεπενέκηδες, που ούτως ή άλλως δε μπορούν να συγκρατήσουν το νόημα, επειδή οι ίδιοι χάνουν την πίστη μέσα απ' τις καρδιές τους. Επειδή οι ίδιοι ηττώνται κι όχι γιατί οι άλλοι κερδίζουν. Δεν είναι τυχαίο, ότι σε ολόκληρο το κείμενό του δεν απαντάται ούτε μία φορά η λέξη "αγάπη".

Κι επιτέλους, ας τελειώσει αυτό το παραμύθι, που υπονοείται χοντροκομμένα σε κάθε τέτοια συζήτηση. Ηθικός βίος και αρετή μπορεί να υπάρξουν μια χαρά και δίχως τη χρεία οποιασδήποτε θρησκείας. Η απαρχές της Φιλοσοφίας, μας το διδάσκουν αυτό στην εντέλειά του. Νισάφι πια, με το ηθικό μονοπώλειο και τις συμβουλευτικές υποδείξεις. Είναι απίστευτα υποτιμητικό και μακράν κάθε πραγματικότητας, να ισχυρίζεται κανείς ότι ο Άνθρωπος έχει ανάγκη το οποιοδήποτε υπέρτατο ον να του μιλήσει για το βίο του. Να έρθει, δηλαδή, ο ατσαλάκωτος να κάνει υποδείξεις ηθικής σ' αυτόν που κυλιέται στη βρώμα, στον πόνο και στον θάνατο, για το τι σημαίνει αγάπη, συντροφικότητα, αλληλεγγύη. Αστειότητες.

Ο μικρός κι αδύναμος νους έχει ανάγκη να πατήσει κάπου εκτός εαυτού, ώστε να αιτιολογήσει. Η πλήρης και ακμαία νόηση δε χρειάζεται πατερίτσες, βρίσκει άπειρες πρώτες ύλες στα ίδια της τα σπλάχνα. Όχι ομφαλοσκοπικά, ούτε εκ του μη όντος. Αρκεί ο πλούτος της εν ζωή αλληλεπίδρασης, ο θησαυρός δηλαδή των σχέσεων μεταξύ των όντων. Και, φυσικά, μια στοιχειώδης ευαισθησία απέναντι στα ερεθίσματα. Να μην είσαι, με άλλα λόγια, παχύδερμο. Να υπάρχει η απαραίτητη ώσμωση. Τέλος, να τιμάς και να σέβεσαι τις εσωτερικές σου ζυμώσεις. Να μην τις αποστρέφεσαι, να μην τις πολεμάς, να μην τις απαξιώνεις. Να είσαι σε εγρήγορση απέναντι στον εαυτό σου και την ψυχή σου (η τελευταία νοούμενη, ως το σύνολο του εσωτερικού κόσμου).

9. "Η λέξη ταπείνωση είναι άγνωστη λέξη σε αυτή τη θρησκεία. Ο ατομικισμός και ο εγωισμός βρίσκονται σε δυσθεώρητα ύψη".

Όπως έγραψα και νωρίτερα, ο συγγραφέας συγχέει τον καπιταλιστικό κόσμο με τον επιστημονικό κόσμο. Το επιστημονικό ήθος αλλοιώνεται συχνά, μόνο και μόνο, γιατί εκδηλώνεται σε έναν ατομικιστικό και ανταγωνιστικό πολιτισμό. Αλλά δεν είναι καθαυτός ο πολιτισμός της Επιστήμης, αυτού του είδους. Ίσα-ίσα, είναι η ομαδικότητα και η συνεργασία. Μόνο τότε η πρόοδος και τα επιτεύγματα αποκαλύπτουν τις πραγματικές τους δυνατότητες.

Αλλά αυτό με την ταπείνωση δε θα μπορούσε να είναι περισσότερο λάθος. Και θα μπορούσε εύκολα ο κακοπροαίρετος να αντιγυρίσει το επιχείρημα μπούμερανγκ. Το έγραψα και νωρίτερα. Όταν ο επιστήμονας μέσω της Εξέλιξης και του DNA αποκαθηλώνει την ανθρωπότητα από τη Βασιλεία των Ουρανών, πίσω στις λάσπες και τις κακουχίες ετούτης της γης, εμπλέκοντας την ανθρώπινη μοίρα στους ίδιους βωμούς με τη μοίρα των υπόλοιπων πλασμάτων, τι άλλο παρά ταπείνωση διδάσκει αυτό; Όταν η ανθρωπότητα εκδιώκεται για δεύτερη φορά από τους Κήπους της Εδέμ στην εξορία, στον πόνο και στην απώλεια, πόσα αρχίδια χρειάζεται αυτό, πόσο ανοιχτό μυαλό για να το παραδεχτείς και να το υποστηρίξεις; Ταπείνωση και μόνο ταπείνωση. Κι είναι αλαζονεία, απ' την ανάποδη, να μη θέλει κανείς να παραδεχτεί - αν όχι την απόλυτη αλήθεια αυτής της θεωρίας - έστω την πιθανότητα να κρύβει κάποια... "ψήγματα αλήθειας".

Η αλαζονεία, που τόσο ενοχλεί τον αρθρογράφο, δεν είναι τόσο αλαζονεία απέναντι στην Πλάση (υπενθυμίζω ξανά, δε μιλάμε εδώ για τον καπιταλισμό), όσο απέναντι σε μια καθεστηκυία τάξη χοντροκωλλάριων ιερωμένων, που 'χαν στογγυλοκαθήσει σα βδέλλες στους σβέρκους και στα πλευρά των αφελών και αμαθών ανθρώπων, μέσω ενός διαπλεκόμενου συστήματος συμφερόντων, που κανείς δεν τολμούσε να θίξει ανοιχτά. Αλλά ο στενόμυαλος πιστός δε βλέπει πως όλα αυτά είναι για το καλό του και διόλου δε θίγουν τη Σωτηρία του, αφού διόλου δεν ενδιαφέρεται η Επιστήμη γι' αυτή. Δε βλέπει ότι το πρόβλημα της Δημιουργίας δεν επιλύεται από καμία επιστήμη, απλά μετατίθεται όλο και πιο πίσω ή πιο πέρα ή πιο πάνω, χωρίς να θίγεται στο παραμικρό. Δεν καταλαβαίνει ότι η παρουσία του Δημιουργού δεν ακυρώνεται, αλλά αποκαλύπτεται όλο και περισσότερο στην αφηρημένη της υπόσταση κι όχι στις παραβολές και στα παραμύθια, που κάποτε γλύκαιναν ή μορφωναν τον ακαλλιέργητο και τον αμαθή (χωρίς υποτιμητική έννοια).

Πώς γίνεται να είναι άγνωστη λέξη η ταπείνωση σε ανθρώπους που, μέσω της Αστρονομίας και της Κοσμολογίας, αποκαλύπτουν με κάθε νέα προσέγγιση τη μικρότητα και την ασημαντότητα της ύπαρξής μας; Πώς γίνεται να είναι άγνωστη λέξη η ταπείνωση, όταν κάθε φορά που κάποιο προηγούμενο ερώτημα βρίσκει απάντηση, ξεκλειδώνει ταυτόχρονα ένα παράθυρο, προς νέες, διάπλατες αβύσσους άγνοιας; Η μαγεία, η έκπληξη, το δέος μπροστά στην ανακάλυψη, έχει κάτι από τη στόφα του θαύματος και μια μορφή ιερότητας, τόσο βιωματική, ώστε θα μπορούσε ν' αποτελέσει κοινό πεδίο συζήτησης μ' έναν πιστό, τουλάχιστον ως προς τα αισθήματα κάλλους και ταπεινότητας.

Ίσως, βέβαια, η ταπείνωση που αναζητά ο Τσεπενέκας, να είναι μια ταπείνωση περισσότερο εσωτερική, ίσως μια ταπείνωση απέναντι στον Άνθρωπο κι όχι απέναντι στο προφανώς ασύγκριτο. Δε θα μπορούσε να με βρει κανείς περισσότερο σύμφωνο. Αλλά πάλι, αυτό δεν είναι δουλειά της επιστήμης. Οπότε τι; πότε; ποιος; πού βρίσκονται όλοι εκείνοι των οποίων αυτή είναι δουλειά; Απεργούν; Αστειεύομαι, φυσικά. Εμείς είμαστε αυτοί.

10 - "Μάλιστα, ένας από τους διάσημους εν ζωή επιστήμονες, ισχυρίστηκε ανερυθρίαστα ότι η σύγχρονη επιστήμη σήμανε το τέλος της φιλοσοφίας!"

Ακολουθούν διάφορα δακρύβρεχτα, όπου ο γράφων μόνος του τα λέει και μόνος του απαντάει, οπότε όπερ έδει δείξαι. Θα μου 'πεις "αυτό δεν κάνεις κι εσύ;". Fair enough και συνεχίζω. Το παρακάτω, λοιπόν, μου ξέφυγε στο (9), όπου και εκφράζεται η απορία ότι πχ. η Αστρονομία, ενώ θα 'πρεπε, δε διδάσκει ταπεινότητα και μικρότητα. Μα... διδάσκει! Απλά, μάλλον, δεν την παρακολουθεί από κοντά και γι' αυτό δεν ξέρει τι του γίνεται. Θα διαβάζει κανένα άρθρο, στη χάση και στη φέξη γωνία, σε κανα ειδησεογραφικό portal του κώλου κι αναμασάει φυσικά τα κουραφέξαλα της επικαιρότητας. Ας μην τρέξει, πουθενά, μακριά. Γιατί δε διαβάζει πχ. κανένα άρθρο του δικού μας, του Σιμόπουλου; Η Αστρονομία βρίθει από ανθρώπους, που βιώνουν και μεταλαμπαδεύουν αυτό το δέος της μικρότητας.

Μέσα στους συνειρμούς του, λοιπόν, και στην αλλοφροσύνη, σκοντάφτουμε και στην παραπάνω φράση. Να υπενθυμίσουμε, λοιπόν, ότι κάθε φορά που κάποιος διάσημος μιλάει δε σημαίνει ότι εκφράζει ούτε όλους τους διάσημους, ούτε όλες τις τάσεις, ούτε όλες τις αντιλήψεις ή τα ρεύματα της επιστημονικής κοινότητας. Μιλάει για την πάρτη του και μόνο για την πάρτη του. Κάθε επιστημονικό άρθρο, ανακοίνωση, βιβλίο, διατριβή, σύγραμμα, σημείωμα, που σέβεται τον εαυτό του, συμπεριλαμβάνει και τις σημαντικότερες αντιρρήσεις. Τις οποίες έχει χρέος φυσικά ν' αποδομήσει, αλλά τις συμπεριλαμβάνει. Άρα υπάρχουν. Κι αφού υπάρχουν, συνεκδοχικά κανείς δεν εκπροσωπεί κανέναν, άντε μονάχα την ερευνητική του ομάδα (αφού κανείς δεν εργάζεται μονάχος του - σχεδόν ούτε οι Μαθηματικοί). Δεν είναι δηλαδή η επιστημονική κοινότητα, ούτε το κόμμα, ούτε το ποίμνιο, ούτε το τσαρδί του κάθε διάσημου. Βγαίνει ο καθένας και λέει τι μαλακία του, ωραία. Αν είναι, τώρα, να την πιάνουμε εμείς με τη σειρά μας, να τη γενικεύουμε, να τη τεντώνουμε για να καλύψει όλα τα μήκη και τα πλάτη του χωρόχρονου, σα νεκρο-σέντονο, ζήτω που καήκαμε. Άσε που είναι και δυο φορές μαλακία.

Άρα πιο είναι το πρόβλημα; Ποιος τραβάει ζόρι; Κανείς. Μόνο ο δυσκοίλιος.

[ Συνεχίζεται ... ]

Η Επιστήμη ως Θρησκεία δεν είναι Επιστήμη [Μέρος 2ο] ...

4. "Ο διακεκριμένος επιστήμονας στο πεδίο ερευνών του, τιμάται και προβάλλεται από τα ίδια μέσα σαν παγκόσμιο πρότυπο, ανεξάρτητα από την ποιότητα του ως άνθρωπος".

Μπερδεύουμε το marketing των ΜΜΕ με την ουσία. Ό,τι να 'ναι, δηλαδή. Δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε την ανάλυση του προφανούς. Ακόμα κι ένας έφηβος, που χτυπιέται και αντιγράφει το "σατανιστικό" του Metal συγκρότημα, σε καμία περίπτωση δεν είναι σατανιστής ο ίδιος ή τους θεωρεί πρότυπο. Μπορεί να ξέρει πολύ καλά ότι βγαίνουν στη σκηνή τίγκα στην κόκα, ότι πουλάνε μούρη και στιλ και δε θα ζητούσε ποτέ τη συμβουλή τους, όσον αφορά στο ποιες σχολές να συμπληρώσει στο μηχανογραφικό του. Άλλες ανάγκες οδηγούν πολλές φορές τους ανθρώπους να χοροπηδούν και να πιθηκίζουν κι όχι απαραίτητα η λάμψη και η αξία των ειδώλων τους. Όπως ακριβώς συμβαίνει σε πολλούς πιστούς, είτε της θρησκείας, είτε φυσικά της "επιστήμης".

Μα και το νόημα δεν είναι σωστό. Πρόβαλε ποτέ κανείς τον Richard Dawkins σαν πρότυπο πχ. πατέρα; τον Stephen Hawking σαν υπόδειγμα πολίτη; τον Richard Feynman σαν ιεραπόστολο της ηθικής; Όσο επιτρέπουν οι γνώσεις και η αντίληψή μου, κανείς ποτέ και πουθενά. Προβάλονται, άλλοτε λανθασμένα κι άλλοτε δικαιολογημένα, σαν τέρατα του χώρου που πρεσβεύουν, δηλαδή της επιστημονικής έρευνας και ανακάλυψης και, λιγότερο συχνά, ως ξεχωριστοί κι αγαπητοί καθηγητές, τόσο ώστε να τιμώνται ως Δάσκαλοι. Τι πάει να πει "παγκόσμιο πρότυπο"; Είναι μια άστοχα υπερβολική έκφραση, με σάλτσες και κερασάκια. Είναι κενή περιεχομένου και επαφής με την πραγματικότητα. Πρότυπο σε τι; Στην επιστήμη του; Στο επιστημονικό του ήθος; Στα ευγενή του κίνητρα; Είναι τίμιο να γενικεύουμε, χωρίς διευκρινήσεις;

Από την άλλη, πάλι, όταν η προβολή ξεφεύγει από τα όρια της επιστήμης τους, δεν είναι απαραίτητα άδικη, όπως δεν είναι και ο κανόνας. Ο Dawkins, για παράδειγμα, δεν προβάλλεται τόσο ως Εξελικτικός Βιολόγος, παρά ως μαχητικός Άθεος. Και πράγματι, έχει δώσει ολόκληρο αγώνα, από το μετερίζι αυτό. Δεν προβάλλεται άσχετα ή άδικα. Πάλεψε μέσω εκδόσεων, μέσω διαλέξεων, μέσω αντιπαραθέσεων, δεν του χαρίστηκε η αναγνώριση ή, έστω, η διαφήμιση (εδώ δεν παίρνω απαραίτητα το μέρος του, εξετάζω τη σχέση έργων και αποτελεσμάτων). Ο Einstein ήταν από μόνος του μια πληθωρική προσωπικότητα : ευφυής, ηθικός, πολιτικός, καλλιεργημένος, ερωτικός, ένας πολύπλευρος και γλυκύτατος άνθρωπος. Δεν τον ξετρύπωσε κανείς από τα υπόγεια, επειδή και μόνο ήταν καλός Φυσικός. Πόσους Φυσικούς γνωρίζουμε από τον προηγούμενο αίωνα; Πέντε; Δέκα; Ποιος πρόβαλε ποτέ, αυτούς ή τα εκατομμύρια των ασήμων, ως πρότυπα βίου, ηθικής και συμπεριφοράς; Ο κανόνας, θα έλεγε κανείς, κλίνει προς το εντελώς αντίθετο και συχνά η κοινή γνώμη διακατέχεται από όχι και τόσο κολακευτικές γνώμες και διαθέσεις, προς τους ανά τον κόσμο ερευνητές και επιστήμονες : αλαζόνες ή αφελείς, αδαείς ή μονοδιάστατοι από την υπερβολική εξειδίκευση, υστερόβουλοι ή παραδόπιστοι, αιθεροβάμμονες ή γραφικοί, κομπλεξικοί ή ανέραστοι.

Πού τα διαβάζει όλα αυτά ο Τσεπενέκας, άγνωστο! Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

5. "Η νέα παγκόσμια θρησκεία προβάλλεται συχνά σε αντιπαράθεση με τις υπάρχουσες θρησκείες και υπερτονίζεται ο ρόλος της στην απελευθέρωση του ανθρώπου από αναπόδεικτες δοξασίες, με σκοπό να τον οδηγήσει στην πρόοδο και την ευημερία".

Εδώ θα συμφωνήσω, ως προς το ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος αντιπαράθεσης. Η σκορδοκαΐλα της επιστήμης δεν είναι να αποκαθηλώσει καμία θρησκεία. Αυτό, πιθανότατα, προκύπτει ως παράπλευρη συνέπεια. Όταν η επιστήμη, στην προσπάθειά της να ερμηνεύσει, έχει ν' αντιμετωπίσει παλιές δοξασίες, πλάνες, συνήθειες, παραδόσεις κ.ο.κ. Όταν δηλαδή ο δρόμος που χαράσσει συμβαίνει να διέρχεται από χωράφια, αιώνες κληρονομημένα ή καταπατημένα από τις διάφορες θρησκείες.

Αυτό γίνεται από καμία κακεντρέχεια ή καμία εκδικητικότητα; Σε καμία περίπτωση. Αυτά είναι ανθρώπινες αδυναμίες κι όχι επιστημονικό ήθος. Απλά το ένα ερώτημα φέρνει το άλλο και κάποτε τα μονοπάτια διασταυρώνονται. Ο επιστήμονας δεν αισθάνεται ότι θίγει κανέναν, γιατί δεν έχει καμία πολεμική στην ατζέντα του. Από την άλλη ο πιστός τραβάει τα μαλλιά του. Ο κόσμος του γκρεμίζεται. Τα πρότυπά του αποκαθηλώνονται. Τα παίρνει στο κρανίο, εξεγείρεται. Τα ΜΜΕ γουστάρουν, οι επιτήδειοι ιεραπόστολοι παίρνουν τα ηνία, ακόμα κι ο ευφυής πιστός προβληματίζεται.

Αλλά τι πραγματικά χάνει ο πιστός της Ορθοδοξίας από το όραμα της Αγάπης, αν ο Αδάμ πλάστηκε από καμία γούρνα με πηλό ή εξελίχθηκε από το ένα είδος στο άλλο; Προσωπικά αδυνατώ να κατανοήσω. Τι έχει να κάνει το ήθος της έτερης παρειάς και του διπλού χιτώνα, με το αν ο Κόσμος ξεκίνησε πριν δέκα χιλιάδες χρόνια ή πριν 13,7 δισεκατομμύρια; Ειλικρινά, μου φαίνονται πράγματα άσχετα, μεταξύ τους. Μου διαφεύγει οποιαδήποτε αντιπαράθεση, επί της ουσίας, ακριβώς γιατί δεν αισθάνομαι ότι το θρησκευτικό μήνυμα θίγεται στο παραμικρό από την επιστημονική έρευνα, αλλά ούτε και το αντίθετο. Ο αδογμάτιστος και ο ακομπλεξάριστος, πιστός ή επιστήμονας, οφείλει να παραδεχτεί ότι συμβαίνει πολύ κακό για το τίποτα.

Και ναι, είναι πρόοδος να γνωρίζει κανείς ότι δε γυρίζει ο ήλιος γύρω από τη γη, αλλα η γη γύρω από τον ήλιο ή, ακόμα καλύτερα, και τα δύο γύρω από το κοινό κέντρο μάζας. Είναι πρόοδος κι ευημερία να αντιμετωπίζεις την επιληψία ως νευρική διαταραχή, παρά με εξορκισμούς ως δαιμονική κατάληψη. Είναι πρόοδος να αποδίδεις τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, παρά να φορτώνεις στη θρησκεία ένα σωρό ρόλους, με τους οποίους σχετίζεται ακροθιγώς, αλλά τις φορτώθηκαν καταχρηστικά, από τότε που ο ανθρώπινος νους δεν είχε ακόμη ανακαλύψει εναλλακτικούς τρόπους σκέψης.

Και ναι, είναι λάθος να προβάλλεται και να οξύνεται η όποια αντιπαράθεση, για να πουλήσει ένα βιβλίο ή ν' ανέβει η ακροαματικότητα ή να γεμίσουν τα παγκάρια οβολούς. Όπως είναι, φυσικά, λάθος να εκλαμβάνεις την αντιπαράθεση αυτή πολύ στα σοβαρά.

6. "Όλες οι υπόλοιπες θρησκείες τσουβαλιάζονται πανέξυπνα μαζί, ανεξάρτητα αν περιέχουν ψήγματα αλήθειας ή όχι".

Εδώ, προφανώς με τα "ψήγματα αλήθειας", ο κάθε πικραμένος Τσεπενέκας υπονοεί την ορθόδοξη πίστη του. Κι ωστόσο, το τσουβάλιασμα που αποδίδει ως επιτηδειότητα στην αντιπέρα, επιστημονική όχθη, δεν έχει καμία εμπάθεια. Απλά, οτιδήποτε παρουσιάζεται δογματικά, θεόπνευστα κι εξ' αποκαλύψεως ανήκει εξ' ορισμού στην ίδια, ευρύτερη κατηγορία. Την επιστήμη, άμεσα, δεν την ενδιαφέρει αν η αποκάλυψη έγινε από κανά Περιστέρι, από τον Βισνού ή το Σιντάρτα Γκαουτάμα. Το ίδιο και το αυτό νόημα. Την επιστήμη δεν την ενδιαφέρει το βίωμα, ούτε η βαθύτερη φύση του, παρά μόνο ποια περιοχή του εγκεφάλου ενεργοποιείται. Είναι αυτό ερμηνεία; Κατά τη γνώμη μου όχι. Είναι μια ουδέτερη περιγραφή μιας παρατήρησης. Είναι το μετρήσιμο και τίποτα περισσότερο. Αυτό είναι η δουλειά της επιστήμης. Τι ακριβώς αποστερεί αυτό από την πίστη ή τη βιωματικότητα; Εγώ λέω τίποτα. Ο πιστός τρομάζει, φοβάται μη μείνει γυμνός μπροστά στο σύμπαν. Κι όμως, κανείς δεν έχει σκοπό ή διάθεση να τον γδύσει. Όρεξη είχαμε.

7. "Για τη  νέα θρησκεία δεν υπάρχει καμιά αμαρτία".

Από "αμαρτίες", υπό την έννοια του "σφάλματος", η επιστημονική κοινότητα βρωμά και ζέχνει. Είναι γνωστό, είναι αναπόφευκτο, είναι ανθρώπινο, σε κάποιες περιπτώσεις είναι εκ του πονηρού, όμως δε θα περιμέναμε τίποτα λιγότερο, ασφαλώς, από οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα. Ωστόσο, "αμαρτίες" υπό την έννοια πχ. του προπατορικού αμαρτήματος ή του πειρασμού από κανά Βεελζεβούλ και τέτοιες αηδίες, είναι ευτυχώς έξω από κάθε συζήτηση.

Αν ο αρθρογράφος υπονοεί, παρ' όλα αυτά, ότι η επιστήμη δεν έχει καμία ηθική, τότε είναι εντελώς φάουλ και οφσάιντ. Η επιστήμη δεν έχει ηθική, μόνο υπό την οπτική ότι ούτε το μαχαίρι έχει. Η επιστήμη είναι ένα εργαλείο κι όχι ένα φιλοσοφικό σύστημα. Υπηρετείται, ωστόσο, από ανθρώπους που έχουν και ηθική και φιλοσοφικά συστήματα. Η χρήση, οι επιλογές, οι φραγμοί, η άσκηση εν γένει της επιστημονικής έρευνας, καθοδηγείται συνήθως από αυτά. Βλέπετε, λοιπόν, ότι το πεδίο για τη θρησκευτική αναζήτηση και καλλιέργεια (για όποιον το επιθυμεί) είναι κάθε άλλο παρά χαμένο.

Κι έτσι, φτάνουμε πια στο πιο καυτό σημείο, της όλης συζήτησης. Ο υγιής νους, ο ρωμαλεός ψυχισμός, ο αληθινά γεμάτος αγάπη και σφρίγος, δεν έχει ανάγκη από αντιπαραθέσεις και μαλθακά κλαψουρίσματα. Έχει όλο το πεδίο ελεύθερο, να παλεύει, να καλλιεργεί, να συνεπικουρεί. Ο ηττοπαθής, ο συμπλεγματικός, ο φοβισμένος νους ψάχνει παντού αφορμές ή ευκαιρίες να παραιτηθεί. Βλέπει παντού εχθρούς κι εμπόδια. Μόνο και μόνο, γιατί δεν έχει τα κότσια να αναλάβει το βάρος των πραγματικών ευθυνών, του πραγματικού αγώνα, διάγει βίο στο περιθώριο, επικριτικό και μικρόψυχο, όπως οι παλιές, γραφικές γεροντοκόρες. Αυτό, φυσικά, είναι δείγμα ψυχασθένειας. Και θα ήταν όμοια άδικο, αν παρασυρόμασταν κι εμείς απ' την πλευρά μας, ν' αποδώσουμε κάτι τέτοιο εν γένει σε όλους τους πιστούς ή στις θρησκείες, ως συστατικό στοιχείο τους.

( Σημείωση: εδώ, αποφεύγω να διακρίνω τη θρησκεία ως ηθικό σύστημα από το παπαδαριό και την ιεραρχία, που προϋποθέτει. Δεν εξετάζω, δηλαδή εδώ, το συμφέρον από την συντήρηση του μισοσκόταδου στις θρησκευτικές αγκάλες, ώστε ο ψυχισμός να παραμένει ευεπίφορος στην κοροϊδία και στην εκμετάλλευση. Προχωρώ με καλές προθέσεις.)

[ Συνεχίζεται ... ]