Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Για τους Ιβάν του κόσμου ...

Στις πλοκές και της περιπλοκές του μυθιστορήματος "Αδερφοί Καραμάζοφ", θα συναντήσει κανείς τον αδερφό Ιβάν. Ο Ιβάν είναι ο άνθρωπος, ο οποίος - όμοια μ' ένα σωρό από μας - λυγίζει δίχως επιστροφή, κάτω απ' την άρρητη φρίκη των δεινών της ύπαρξης. Ο Θεός της Αγάπης έχει - στα μάτια του - τα λάθος μέτρα, ίδιο σεντόνι του Χαλεπά. Όπως δηλαδή το θέλει ο θρύλος, να εξαντλείται νωρίτερα απ' το σώμα. Οι πτυχώσεις χάσκουν ορθάνοιχτες στα τέρατα. Πάντα η ανθρωπότητα θα περισσεύει, μ' όποιο μέτρο κι αν την περιφράξεις. Μπροστά στον παραλογισμό αυτό, βάζει ο Ντοστογιέβσκη τον Ιβάν να διακηρύττει πως, του Θεού εκλιπόντος, τα πάντα επιτρέπονται - ως κι η ανθρωποφαγία. Η φράση ετούτη (διάσημη μέχρι τα όρια του τετριμμένου), μέσα στα πλαίσια του έργου, ειπωμένη από ένα χαρακτήρα με την ιδιοσυγκρασία του Ιβάν, κυλάει μεστή κι αβίαστη, σα γλυκόπιοτο φαρμάκι. Δε πέφτουν πυροτεχνήματα, ούτε σαλπίζουν Χερουβείμ. Οι επικές φαντασιώσεις, σαλονάτης και αστικής ενδοσκόπησης, είναι παντελώς ξένες με το πνεύμα του Φιόντορ. Όταν διαβάζεις τις φρενήρεις εξομολογήσεις των ηρώων του, γίνονται μέσα στη λάσπη και τη βουή των ανθρώπινων και όχι πάνω σε μοκέτες. Για τον αστό, όταν ο θεός εξαφανίζεται ή πεθαίνει, εκείνο το "όλα επιτρέπονται" μεταφράζεται σε καθαρά προσωπικό πανικό, δηλαδή φτάνει μόνο για το πετσί του: δεν υπάρχει κανείς να προστατέψει τον ίδιο ή την περιουσία του. Η πόνος του Ιβάν δεν έχει καμία σχέση με την παχυδερμική κρούστα των βολεμένων. Όταν η ψυχή του γονατίζει κατάκοπη, εξασθενημένη, είναι γιατί μαστίζεται απ' τον άμετρο και αμέτρητο πόνο των πλασμάτων, γύρω του, παντελώς αδιάφορη για την προσωπική της μοίρα. Το «Όλα επιτρέπονται», για τον Ιβάν, δε μεταφράζεται σε «Όλα μπορούν να μου τύχουν, μόλις στρίψω στη γωνία», παρά σημαίνει «Τίποτα μα τίποτα δεν υπάρχει στη γης ετούτη τέτοιο, που να μπορεί να αναχαιτίσει ή να αιτιολογήσει τις ορδές της βίας, που καταδιώκουν κι αφανίζουν τη ζωή κι ό,τι αγνό απομένει» . Ετούτος ο παραλογισμός δεν είναι φιλοσοφική περικοκλάδα. Είναι πραγματική κόλαση τέτοιας ισχύος και όγκου, ώστε ο νους αδυνατεί να διαχειριστεί. Η κατάθλιψη, η τρέλα, η αυτοκτονία, είναι όλα τίμιες αποκρίσεις, με τις οποίες κάθε ευαίσθητη καρδιά έχει φλερτάρει ή έχει συνάψει σχέσεις κάποτε.

Όταν λοιπόν διαβάζεις Ντοστογιέβσκη, καταλαβαίνεις πολύ καλά πως εκείνη την ώρα δε χαζολογάς σε προμενάδες και βεράντες, παρά σε πιάνει (ο συγγραφέας) και σε βάζει ν' αναρριχηθείς σ' ανηφοριές και κακοτόπια, να σου κόβεται η ανάσα. Όμως η παρέα είναι εκλεκτή τόσο, ώστε διόλου δε νοιάζεσαι. Κι ίσως το ακριβώς αντίθετο, απ' ότι θα φοβόταν κανείς, νιώθεις τα πόδια σου απαλλαγμένα ∙ σχεδόν μετεωρίζεσαι πάνω στη ροή του λόγου. Το 'χε αυτό, ο συγχωρεμένος, να εκμαιεύει απ' την ψυχή σου ό,τι πιο πυκνό σε μάζα, αφήνοντάς την φωτεινότερη κι αλαφρωμένη.

Ωστόσο, εκείνο που ποτέ δεν κατάλαβα είναι γιατί τόσος ντόρος για τη φράση αυτή. Εννοώ, γιατί τόσος ντόρος φιλοσοφικός. Λες και, ξαφνικά, ανακαλύψαμε την τηγανητή πατάτα. Ναι λοιπόν, αν ο Θεός δεν είναι, τότε τα πάντα επιτρέπονται. Ή μήπως όχι;

1.

Στην προηγούμενη φράση, θα μπορούσε κάλλιστα ν' αποκριθεί κανείς, αντί του «Ή μήπως όχι;» ένα αφελές κι αυθόρμητο «Ε και;». Γιατί, αρχικά και προτού μπλεχτούμε σε τίποτα δαιδαλώδεις φλυαρίες, θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε αν τώρα που δεν επιτρέπονται (και καλά) τα πάντα, είναι ο κόσμος μας τόσο γαμάτος, ηθικός κι αγγελικά πλασμένος. Είναι αστεία και μόνο η υποψία συζήτησης, γύρω απ' το θέμα. Ποτέ και κανείς Θεός δεν απέτρεψε τον άνθρωπο απ' το έγκλημα. Αν τα πάντα επιτρέπονταν ή όχι, ετούτα είναι ανησυχίες των αδαών, των μικρόψυχων, των φοβισμένων: στην πραγματικότητα, τα πάντα ήδη γίνονται, με Θεό ή άνευ. Τι νόημα έχει ν' ανησυχείς για το καζανάκι, έχοντας περάσει μια ζωή βουτηγμένος στο βόθρο;

Είναι φανερό ότι, ένα σωρό πιστοί, θεωρούν πως δίχως τη ζεστή αγκαλιά ενός ουράνιου Πατέρα, ο κόσμος θα ήταν κατά πολύ χειρότερος, παραδομένος στο χάος και την αναρχία. Περίπου όπως είναι τώρα, δηλαδή. Οι νόες αυτοί, μέσα στην παραζάλη τους, υποτιμούν τον Άνθρωπο περισσότερο κι απ' όσο θα ευχόταν ο χειρότερος μισάνθρωπος. Ο τελευταίος δε θεωρεί, απαραίτητα, πως μέσα στις μάζες των ανθρώπων στέρεψαν οι δυνατοί κι οι άξιοι. Μα πώς να τους ψάξεις με το φανάρι του Διογένη, σωστή βελόνα στ' άχυρα; Η πληθικότητά τους ζήτημα ν' αρκούσε για μια κωμόπολη, πλάι στις πολύβουες μητροπόλεις των αδαών, των άχρηστων και των βαρβάρων. Ο μισάνθρωπος θεωρεί τον Άνθρωπο ικανό για τα μεγαλύτερα έργα και, ίσα-ίσα, είναι αυτή η διαρκής απογοήτευση, που τον καταπίνει αργά, σαν κινούμενη άμμος. Εκείνος, ωστόσο, που θεωρεί το Θεό μοναδική πηγή ηθικής και καλοσύνης, εξισώνει τον Άνθρωπο με το ηθικό τίποτα. Αποστερεί την ανθρωπότητα κι απ' την ελάχιστη ικανότητα, άρα από κάθε ελπίδα. Στην καλύτερη, τη θεωρεί πλασμένη μόνο για το κακό, αν δηλαδή αφηνόταν να σταθεί στα πόδια της. Μ' αυτόν τον τρόπο, απομένουμε άχθος αρούρης και παράσιτα, δίχως την παραμικρή αυτόφωτη αρετή. Καταστροφικοί και φονικοί, αμαθείς κι ανώριμοι, άβουλοι και παθητικοί, λεροί και απεχθείς, ανίκανοι και οκνηροί: ούτε ο ικανότερος μισάνθρωπος δε θα μπορούσε να φανταστεί τον άνθρωπο χειρότερο, απ' ότι τον πλάθει στη φαντασία του ο τρομοκρατημένος πιστός.

Όμως, ετούτος ο τελευταίος κατεργάρης, υποκριτής ως συνήθως, δε φοβάται διόλου μήπως ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου της ανομίας, αφού το ξέρει πολύ καλά πως το έγκλημα δε γεννήθηκε χτες. Οι αμαρτωλοί αέρηδες καλά φυσούν, μες στις οδούς και τις λεωφόρους των ανθρώπων. Μα είναι κάτι άλλο: είναι που λυσσά μέσα του η απωθημένη μιζέρια, η οργή, για όλες τις ηθικές στερήσεις που επέβαλε στον εαυτό του - όταν οι άλλοι γύρω του γλεντοκοπούσαν τη σάρκα και τις ανέσεις - κι οι οποίες τώρα απομένουν κενό γράμμα, δίχως την παραμικρή ανταμοιβή στη μετέπειτα ζωή - ή έστω μια καλύτερη σύνταξη. Τσάμπα νηστείες, φιλανθρωπίες, έρανοι. Τσάμπα οι προσευχές πάνω απ' τον άρτον ημών τον επιούσιον, οι εξομολογήσεις και οι θείες κοινωνίες, οι αγουροξυπνημένες λειτουργίες κι οι τόνοι τα μπαγιάτικα αντίδωρα. Τσάμπα το αγαπητικό προσωπείο, που μια ζωή αναγκαζόταν να φοράει, για να καλύπτει τη ζηλόφθονη ανυπομονησία του για τα ουράνια (ή, ακόμα καλύτερα, τα επίγεια) ανταλλάγματα. Ο καλός πιστούλης δε φοβάται το φονιά, τώρα χωρίς Θεό, περισσότερο απ' όσο πριν, αφού ο φονιάς ήταν από πάντα. Φοβάται ότι ο φονιάς πέρναγε τόσον καιρό καλύτερα απ' τον ίδιο και, μάλλον, καλύτερα θα συνεχίζει να περνάει. Κι είναι πια πολύ δειλός, για να πιάσει τη ζωή στα χέρια του. Έμεινε αδειανός και μόνος, εφόσον η λίγη μάζα που του προσέδιδε η πίστη ήτανε δανεική και κάλπικη.

Φυσικά, δεν είναι όλοι οι πιστοί εικόνα και ομοίωση του υποκριτή, όπως δεν είναι γενικά ο κόσμος. Αλλά διόλου δεν οφείλεται στη θρησκεία, η όμορφη ετούτη πλευρά τους. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι - πιστεύουν δεν πιστεύουν - δεν είναι καλοί γιατί τους αποτρέπουν απ' την πτώση κάποιες ηθικές οδηγίες ή γιατί τους παρακινούν στα ύψη κάποιες άλλες. Η όποια καλοσύνη είναι, το πιθανότερο, προϋπάρχουσα και οφειλόμενη σε άλλες αιτίες, παρά θεολογικές. Μπορεί απλά να σ' αγαπούσαν οι γονείς σου. Αλλά συμβαίνει συχνά - θες από συνήθεια, κατήχηση, μίμηση, οικειότητα - κάποιοι να διακρίνουν την αντανάκλαση της δικής τους ψυχής, μέσα στα καλειδοσκοπικά κηρύγματα των "πατέρων", παρά το αντίθετο: πως δηλαδή τα κηρύγματα αντανακλούν στην ψυχή τους κάτι νέο, εμφυσώντας την αγάπη εκεί που πριν απλώνονταν κρανίου τόποι.

Παρ' όλα αυτά, οι άνθρωποι - λες κι από κανέναν άγραφο νόμο - πάντοτε προτιμούσαν περισσότερο τις ενοχές και τις μετάνοιες για ένα έγκλημα, που αφέθηκαν να διαπράξουν, παρά τ' απωθημένα μιας αβίωτης αμαρτίας. Ετούτο το "όλα επιτρέπονται", αν εξαιρέσεις τις ευαίσθητες ψυχές, ηχεί σαν την πλέον κοινότοπη κοινοτοπία, αν αφουγκραστείς πίσω απ' τις κλειστές πόρτες των σπιτιών ή περπατήσεις στις σκοτεινές παρόδους των λεωφόρων. Ο Θεός πάντως δεν είναι εκεί. Κι αν κάτι συγκρατεί τους ανθρώπους, που 'χουν στο νου τους το κακό, είναι περισσότερο μια φυσική δειλία κι ο φόβος για τις κοσμικές επιπτώσεις, παρά η Κόλαση ή ό,τι άλλο εξαγοράζεται πανεύκολα, με συγχωροχάρτια και γερές μετάνοιες, στο παρά πέντε. Οι άνθρωποι ετούτοι είναι τόσο καθωσπρέπει, όσο περίπου οι θρασύδειλες ύαινες που κάνουν την πάπια, όσο γλεντούν οι λέοντες, μα σαν απομακρυνθούν οι τελευταίοι, ορμούν στ' απομεινάρια σωστές λυσσάρες. Για τους δυνατούς - πιστούς ή μη - τα επιτρεπτά και τα απαγορευμένα ήτανε πάντα αντικείμενα σοφιστικής ή δικολαβικής διαχείρησης, ειδικά για όσους ήταν διατεθειμένοι να χώσουν το χέρι, αρκετά βαθιά στην τσέπη. Τους φτωχούς, ωστόσο κι ως γνωστόν, πάντα τους παίρνει ο διάολος - ειδικά εκείνους με την αγνότερη καρδιά.

2.

Μια δεύτερη ανάγνωση της ίδιας φράσης, θα μπορούσε να μας δημιουργήσει επιπλέον ενστάσεις: να επιτρέπονται (ηθικά) τα πάντα, σημαίνει πως όλα τελικά πραγματώνονται; κι αν ναι, πραγματώνονται με τρόπο ισοδύναμο; Στο κάτω-κάτω, κανείς δεν είναι ικανός για τα πάντα, αλλά και γι' αυτά που είναι ικανός, πάλι, δεν είναι ικανός την κάθε στιγμή. Κι ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν αποτελεί παρηγοριά. Πρακτικά, εκείνο που φοβόμαστε είναι ότι πάντα θα υπάρχει κάπου, κάποιος άνθρωπος ικανός για κάτι (ενν. κακό). Ούτε μας ενδιαφέρει εκείνο το "ουδείς εκών κακός", παρά μονάχα το αποτέλεσμα: τι σημασία έχει, με άλλα λόγια, αν ο δολοφόνος μπήγει το μαχαίρι στο στήθος μου από άγνοια, παρεξήγηση ή υπερβολική δόση ναρκωτικών; Τη φράση "όλα επιτρέπονται" δεν την απασχολούν τα κίνητρα και οι βαθύτερες αιτίες. Κι ωστόσο, το σημείο αυτό ακριβώς είναι που, λανθάνον πίσω απ' τις τετριμμένες διατυπώσεις, έχει τη μέγιστη σημασία. Αυτό μας καίει: μέσα στη θεϊκή μας πλέον ορφάνια, μέσα στις απεριόριστες πιθανότητες, ποιος είναι ο αδελφός μου, η αδελφή, ποιοι είναι τελικά όλοι αυτοί οι περίεργοι τύποι γύρω μου, με τους οποίους είμαι καταδικασμένος να περάσω το υπόλοιπο της μεταφυσικής μου μοναξιάς; Κι αν είναι ικανοί για τα χειρότερα κακά, τότε γιατί δεν είμαι κι εγώ εξίσου; Κι αντιστρόφως, αν θεωρώ εαυτόν αγνό και μετρημένο, γιατί να μην είναι κι εκείνοι εξίσου;

Ας πούμε τώρα, πως οι άνθρωποι είναι ικανοί για τα πάντα. Είναι ικανοί, ωστόσο, στον ίδιο ισοδύναμο βαθμό για τα μέγιστα και τα ελάχιστα; Είναι δηλαδή το ίδιο πιθανό να μ' αφαιρέσουνε το πορτοφόλι ή να μ' αφαιρέσουν τη ζωή; Όπως είδαμε - και σαν συνέχεια των προηγούμενων σκέψεων - ο άνθρωπος, που ήταν διατεθειμένος για το κακό, ποτέ δε βρήκε στη θρησκεία οποιοδήποτε εμπόδιο. Κατά κανόνα, όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι αφήνονται στα μικρότερα κακά, παρά στα μέγιστα. Ζουν σύμφωνοι με τις καθημερινές τους παρορμήσεις, οι οποίες όταν δεν αλλοτριώνονται από το καταναλωτισμό και το φασισμό των μαζών, είναι απλές κι ευλογημένες απ' τη φύση: γουστάρουν να τρώνε, να πίνουν, να καυλώνουν, να κουβεντιάζουν, να σκαλίζουν τον κόσμο γύρω τους. Αν δεν τους πάρεις από μικρούς να τους περάσεις μια γερή πλύση εγκεφάλου, το τελευταίο πράγμα που επιθυμούν τα πλήθη είναι να τριγυρνούν με μαχαίρια και τουφέκια, λεηλατώντας, λιντσάροντας και βιάζοντας. Οι άνθρωποι στα καθημερινά τους βασανίζονται, κυρίως, από μικροσκοπικά, ηθικά διλήμματα: θα κλέψουν έναν αναπτήρα ή μια συσκευασία μερέντα, θα περάσουν με πορτοκαλί ή θα σου πάρουν τη σειρά στο ΙΚΑ, θα πουν ψέμματα για να μείνουν μια καθημερινή στο κρεβάτι, θα μετακινήσουν το φράκτη ένα μέτρο προς την ξένη αυλή, θ' αντιγράψουν στις εξετάσεις, θα γλυκοκοιτάξουν τη γυναίκα του γείτονα την ώρα που απλώνει. Όλα ετούτα είναι που κάνουν τους εαυτούς μας χαζοβιόληδες, πικάντικους και χωρατατζήδες. Δεν είναι τίποτα εγκλήματα της προκοπής κι έτσι κανείς δε νιώθει τίποτα ενοχές της προκοπής.

Μα για τα σοβαρά, τη βία δηλαδή και το φόνο - γιατί τι άλλο σοβαρό υπάρχει πραγματικά στον κόσμο; - αν οι άνθρωποι είχαν μια φυσική ροπή, προς τούτα, η ανθρωπότητα θα είχε αφανιστεί, πολύ νωρίτερα από την εμφάνιση των πρώτων θρησκειών και της οργανωμένης ηθικής, σε κώδικες και αηδίες. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δε συνέβη. Οι πρωτόγονοι καταλάβαιναν πολύ καλά τα όρια της δράσης τους, γιατί ο αυθόρμητος κι ανεπεξέργαστος ψυχισμός τους ήταν σύμφωνος με τα μέτρα της φύσης, στην οποία κοινωνούσαν κι όχι σύμφωνος με τα μέτρα μιας φοβικής σύλληψης, μιας ιδέας έξω από αυτή. Οι αρχαίοι Έλληνες ήξεραν πολύ καλά, όταν θεωρούσαν δυνάμεις στις οποίες υποτάσσονταν κι οι ίδιοι οι θεοί, δηλαδή οι νοητικές τους συλλήψεις. Αναγνώριζαν και τιμούσαν έναν πυρήνα της ύπαρξης, μια δικαιοσύνη ή μια ισορροπία αν το θέτε, ενυπάρχουσα στον κόσμο και όχι επιβαλλόμενη απ' τα τερτίπια μιας συνείδησης, όσο ανώτερης κι αν ήταν.

Η εβραϊκή ηθική της Παλαιάς Διαθήκης είναι ό,τι πιο σιχαμερό ηθικά. Αν πεις σε κάποιον « Ξέρεις Μανώλη, δε σε συμφέρει να σκοτώσεις το γείτονα, γιατί μετά θα πλακώσει ο γιος ή ο αδερφός του να γυρέψουν εκδίκηση και θα σε πάρει ο διάολος (μεταφορικά) », ο Μανώλης θα το καταλάβει πολύ καλά και θα κανονίσει την πορεία του. Αν πάλι του πεις « Ξέρεις Μανώλη, δε σε συμφέρει να σκοτώσεις το γείτονά σου, γιατί άμα πεθάνεις θα πας στην Κόλαση », τότε αν ο Μανώλης είναι κανάς αλαφροΐσκιωτος θα χεστεί πάνω του, αν όμως είναι κάνας άνθρωπος καπάτσος θα σε γράψει στα παλιά παπούτσα του και θα πληρώσει τον πρώτο σφαγέα του υποκόσμου, να κάνει τη βρωμοδουλειά για λογαριασμό του, όταν ο ίδιος θα κυκλοφορεί στην κυριακάτικη λειτουργία με λουστρίνια. Στην πραγματικότητα, όμως, επειδή προφανώς ούτε κι εκείνοι οι Εβραίοι δεν είχαν υπομονή ή κανά καημό για τη θεϊκή δικαιοσύνη, γέμιζαν τον κόρφο τους με κοτρόνια κι έπαιρναν το νόμο, κυριολεκτικά, στα χέρια τους.

Καθώς προχωράει η κουβέντα, αχνοφαίνονται σιγά-σιγά κι οι πρώτες υποψίες μήπως τα πράγματα είναι, τελικά, χειρότερα μ' ένα Θεό που επιβάλλει μονοπωλιακά τι επιτρέπεται, τι όχι, παρά να τ' ανακάλυπτε κανείς μονάχος του.

3.

Το ερώτημα "τι επιτρέπεται, τι όχι;" είναι από μόνο του ύποπτο. Προϋποθέτει, από τη μία, ένα δάχτυλο που υποδεικνύει και, από την άλλη, έναν αυχένα που κάμπτεται. Αλλά η κάμψη ετούτη δεν έχει καμία σχέση με την υγιή ταπεινοφροσύνη, δηλαδή να 'ναι κανείς σύμμετρος με τη φύση του, να μην είναι αλαζόνας. Η κάμψη ετούτη είναι εκείνη της δουλοπρέπειας, του παιδιού που πρέπει να το βουλώνει δίχως να παίρνει απάντηση, υποταγμένο στη γονεϊκή εξουσία και πίσω από τ' άλλοθι μιας δήθεν αγάπης. Τελικά, τα πάντα "επιτρέπονται", ακριβώς επειδή υπάρχει Θεός, δηλαδή κάποιος ν' αποφασίζει τι επιτρέπεται και τι όχι. Μα είναι τόσο μακριά, απ' τη θεολογία της ελεύθερης βούλησης και της προσωπικής ωρίμανσης, ετούτη η καταφυγή σε ηθικά δόγματα και διδασκαλίες, ώστε μένει κανείς ν' απορεί από τι ακριβώς συνίσταται η χριστιανική διδασκαλία. Φυσικά, δε χρειάζονται τέτοια καλούπια οι σκεπτόμενοι, είτε με το νου, είτε με την καρδιά. Αν ο Θεός είναι κι αν μας έχει, όντως, προικίσει με κάποιες αράδες κώδικα, τότε θα τις βρούμε υφασμένες βαθιά, μέσα στα ίδια μας τα σωθικά και δεν είναι χρεία, για πιστούς και μη, να προστρέχουν σε ρασοφόρους Μωυσήδες ή στον καδή της γειτονιάς.

Να είναι κανείς ηθικός είναι ισοδύναμο με το να έχει κανείς αυτοσυνείδηση. Από εκεί ξεκινούν κι ίσως εκεί τα πάντα καταλήγουν. Είναι η ελάχιστη εκείνη συνθήκη, η οποία εξασφαλίζει - η μάλλον επιβάλλει από την ίδια τη φυσική κατασκευή - τη δυνατότητα (και μοναδικότητα) της επίγνωσης. Αρκεί μια φορά αθωότητας κι η αθωότητα, έπειτα, καταρρέει. Η πράξη γίνεται γνώση, γνώση κι οι συνέπειες της πράξης. Οι πρωτόπλαστοι εκδιώκονται απ' τον παράδειδο, δεν υπάρχει δρόμος του γυρισμού. Η γνώση ετούτη είναι και η μοίρα του Ανθρώπου. Ακόμα και σ' εκείνους που παραδέρνουν, εν βρασμώ ψυχής, κάποτε οι τρικυμίες καταλαγιάζουν και τα συντρίμια, τ' άψυχα κορμιά, ξεβράζονται στις όχθες τις συνείδησης αναπόδραστα κι εκκωφαντικά. Απ' την αφετηρία ετούτη λογιάζω εγώ τον ηθικό άνθρωπο - τον ηθικό με τη φιλοσοφική έννοια κι όχι απαραίτητα τον καλόν.

Ας αφήσουμε στην άκρη τις νευρο-παθολογικές περιπτώσεις. Όταν το νήπιο μαθαίνει στο πετσί του την υπαρκτική ισχύ της ηδονής ή του πόνου, τα πάντα γίνονται ενστικτωδώς ως δράση και αντίδραση, με την ευθύτητα και την τιμιότητα ενός ζώου. Κάποτε, ο παιδικός νους συνδέει συνειδητά πια την ηδονή ή τον πόνο με τις απτές τους αιτίες, τις οποίες αποζητά ή αποφεύγει, στα πλαίσια ενός (φαντάζομαι πρωτόλειου) εσωτερικού διαλόγου. Κι έπειτα, φτάνει η στιγμή, που αναγνωρίζει το φαινότυπο των ίδιων αισθημάτων στα πρόσωπα απέναντί του (ανθρώπους, πλάσματα). Η ευχαρίστηση ή ο πόνος ενός άλλου παιδιού δρα αστραπιαία, κινητοποιεί τα συγγενή βιώματα. Το παιδί νιώθει θλίψη ή τρόμο, απέναντι σ' ένα παιδί που νιώθει θλίψη ή τρόμο. Χαρά απέναντι στη χαρά. Στο στάδιο αυτό, ο λιλιπούτειος ανθρωπάκος διαισθάνεται πως δεν είναι μόνο οι άλλοι καθρέφτες του εαυτού του, αλλά είναι κι ο ίδιος καθρέφτης, όπου αντανακλούν οι άλλοι. Εκτός κι αν οι "καγαθοί" γονείς του διδάξουν διαφορετικά: τα ζώα δεν έχουν ψυχή, τα αραπάκια και τα γυφτάκια είναι κατώτερα και βρωμιάρικα, το ξύλο βγήκε απ' τον παράδεισο και άλλα τέτοια όμορφα.

Μ' αυτά και μ' εκείνα, κάποτε αποκτάς συνείδηση της δύναμης να γίνεσαι ο ίδιος η αιτία. Χτυπάς ένα παιδί και κλαίει, πατάς ένα μυρμήγκι και δεν είναι πια, είσαι καλό παιδί και παίρνεις ένα παγωτό δώρο. Μπαίνεις, σιγά σιγά, στο παιχνίδι όχι πλέον σαν παθητικός παρατηρητής, μα ως δράστης. Μέρα με την ημέρα, μορφοποιείται μες στο παιδί η ανθρώπινη φύση: σχεδόν κάθε δράση είναι και μια απόφαση. Αυτό δεν υπήρχε νωρίτερα. Όσο μεγαλώνεις πυκνώνουν οι αποφάσεις κι αραιώνουν οι αμοραλιστικές ενορμήσεις του αδαούς, η ζωή γίνεται πια ηθικός στίβος. Είναι φαντάζομαι ξεκάθαρο, πως με τον όρο "ηθικός" εδώ, δεν εννοώ σε καμία περίπτωση τίποτα μανιχαϊστικές καλοσύνες και κακοσύνες. Εννοώ τον άνθρωπο που πρέπει ν' αποφασίσει, εν γνώση. Τελεία. Αυτή είναι όλη η ηθική που μας χρειάζεται, για να χτίσουμε κοινωνίες κι όχι κατηχητήρια. Η φιλοσοφία και όχι οι ηθικοί κώδικες είναι η μοίρα του ανθρώπου. Ηθικούς κώδικες έχει κι ο υπόκοσμος.

4.

Ο καλοπροαίρετος Ιβάν απελπίζεται για τις μοίρες των αδύναμων, μέσα σ' έναν κόσμο δίχως κανένα μέτρο. Όμως ο κόσμος στερείται του μέτρου, γιατί παρέδωσε τις μετρήσεις υπεργολαβία στους Θεούς κι έμεινε με τη λογιστική και τη μπακαλική, να ζυγίζει τις χρυσές του λίρες. Άμα δεν πιάσεις στα χέρια σου σταθμά και μέτρα, να νιώσεις με τις γνήσεις αισθήσεις σου τα σχήματα, το βάρος, τις μάζες, πώς περιμένεις να πορευτείς στον κόσμο συνεπής και δίκαιος; Θα σε πιάνουνε χαϊβάνι οι παπατζήδες, θα σε πιάνουν κι οι παπάδες. Ή θα γίνεις παπάς ο ίδιος, δηλαδή εξουσία. Βλέπεις η ηθική που παραδίδεται σε πλάκες ετοιματζίδικες δημιουργεί τους καλύτερους δούλους (ή τους καλύτερους αφέντες). Επιβάλλεται, δίχως να κατανοείται. Φοριέται, δηλαδή, σαν ξένο ρούχο, ώστε να 'σαι ασορτί με την αρρώστια που σε περιβάλλει. Σφραγίζει τους νοητικούς ορίζοντες, τιμωρώντας την αμφιβολία αν όχι δια ροπάλου, με κάτι χειρότερο: φορτώνεσαι όλη την ενοχικότητα και την ψυχοπαθολογία του φταίστη δίχως φταίξιμο, να την κουβαλάς εφ' όρου ζωής. Αυτές οι θρησκείες βολεύονται να κατασκευάζουν σωρηδόν ενόχους, παρά ανθρώπους σοβαρούς κι ελεύθερους.

Η γνήσια ηθική, ωστόσο, δεν προσφέρει βεβαιότητες. Πλάθεται εν τω γίγνεσθαι κι έτσι δεν εφησυχάζεται σε γεύματα προτηγανισμένα, απαιτεί εγρήγορση και υπευθυνότητα. Απαιτεί άτομα, που συναισθάνονται τη βαρύτητα των πράξεων και των αιτιών τους. Κι αν οι συνέπειες αρέσκονται στις ομίχλες και τα μισοσκόταδα, ο ηθικός άνθρωπος κοιτάζει την άβυσσο, που λένε, ίσα πέρα. Πιο σωστό είναι να πούμε ότι κοιτάζει τον αδερφό του κατάματα, δίχως να σκύψει, μα δίχως και να σηκώσει το κεφάλι. Κι αν είναι χρεία του προσφέρει το ξίφος του, από τη μεριά της λαβής. Όλα ετούτα δεν έχουν ανάγκη να γίνει λόγος για σωστό και λάθος, αγοαθοεργίες κι αμαρτήματα. Ένα μόνο: έπραξα ετούτο ή το άλλο, με το μυαλό και το χέρι ταυτισμένα σε μια ουσία, κι αν αστόχησα ή έπεσα διάνα, δικές μου είναι οι ευθύνες και οι συνέπειες δικές μου. Τι επιτρέπεται, τι όχι, δεν είμαι εγώ το μέτρο ως άτομο, γιατί τότε θα πήγαινε και το ήθος μου με τους ανέμους, αλλά είμαι εγώ το μέτρο ως Άνθρωπος. Στο βάθος αυτό, η ηθική υπονοεί μια σταθερή σχέση: αναγνωρίζω τον εαυτό μου πρωτίστως ως μέλος μιας κοινότητας. Αν βάλω την ηθική ψηλότερα απ' την κοινότητα, με το Θεό μεσάζοντα, θα πιάνω να μιλώ με σύννεφα, θα χαθεί η κοινότητα απ' τη ματιά μου. Αν όμως αναγνωρίσω ξανά, στους ανθρώπους γύρω μου, τους αδερφούς που μου στέρησε η ψωροπερηφάνεια και η μαμόθρεψη των γονιών, η μισαλλοδοξία και το σκουπιδαριό της κοινωνίας, κι εναποθέσω τον εαυτό μου στα χέρια τους, όπως κρατώ κι εκείνους στα δικά μου, τα χέρια μας θα γίνουν το κοινό μέτρο, που γυρεύουμε. Όχι για να χαράσσουν αιώνιους νόμους στις κοτρόνες, προοικονομώντας τους αυριανούς νόμιμους φόνους. Μα για να παλεύουν, ν' αγκαλιάζουν, να χτίζουν, να μιλούν τη γλώσσα των χεριών κι όχι μια γλώσσα ξένη, ουρανοκατέβατη, σαν καρπαζιά.

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Μεταφυσική μετά Φυσικής ...

Πρόλογος

Έχω πάρει φαλάγγι το Αντίφωνο, τελευταία, αλλά δε γίνεται από καμία επιθετική διάθεση. Ίσα-ίσα, το παρακολουθώ χρόνια με σχετικό ενδιαφέρον κι εκτιμώ βαθιά, ένα μέρος του χώρου που αντιπροσωπεύει. Πως εκτιμώ δε σημαίνει και πως συμφωνώ. Οι άνθρωποι, ωστόσο, ετούτοι αποζητούν με πάθος ένα νόημα ή μια λογική, μέσα στις περιδινίσεις της ύπαρξης. Ο Θεός τους δεν έχει καμία σχέση με μένα κι όμως, πολλές από αυτές τις προσπάθειες να τον συλλάβουν γίνονται, συχνά, με λεξιλόγιο που κατανοώ. Με μουσική που αντηχεί εντός μου, γνώριμη.

Μέσα απ' τις σελίδες του προσπαθώ, επιπλέον, να κρατώ στοιχειώδη επαφή με κάποιους προβληματισμούς και μια μορφή σύγχρονης θεολογικής σκέψης. Όχι "θεολογικής" με την ακαδημαϊκή έννοια, αλλά με την άλλη, την απλή. Μπορούμε να την πούμε και "τίμια". Που δε φιλοδοξεί (συνήθως) εμβριθείς, φιλολογικές και φιλοσοφικές ακροβασίες, με αφορμή την κλίση ενός ρήματος ή κάποιο σημείο στίξης των ιερών κειμένων. Παραμένει πιστό στις γνήσιες ανάγκες μιας χριστιανικής καρδιάς, μεταξύ πίστης και αμφιβολίας, αγάπης και τύπων, παράδοσης και ουσίας. Καταφέρνει, εν γένει, να διατηρεί πολύ καλά τις ισορροπίες, ανάμεσα στην αφέλεια της παιδικά συμφεροντολογικής πίστης ή τη δυσκοιλιότητα της κομπλεξικής μικροψυχίας - ελαττώματα, στο κάτω-κάτω, αναρίθμητων πιστών ανά την υφήλιο - από τη μία, και το μετρημένο, ουσιαστικό και ταπεινό λόγο, από την άλλη.

Συχνά, φαίνεται σα να υποτιμώ την πίστη, αλλά δεν υποτιμώ καθόλου τους ανθρώπους που τη φέρουν. Εκφράζομαι, απλά, με την ειλικρίνεια που σκέφτομαι. Υποτιμώ ένα είδος πίστης, πιθανότατα το πιο συνηθισμένο, όπως χλευάζω τον εαυτό μου, όταν καμιά φορά αφήνω τη μητέρα μου να με ξεματιάζει. Η χλεύη μου, αυτή η θρασύδειλη που ταμπουρώνεται καλά-καλά πίσω απ' την ανωνυμία, θα κατέρρεε με ζεστό χαμόγελο, ωστόσο, απέναντι σ' έναν πραγματικό συνομιλητή. Παρ' όλα αυτά, εκείνο που περισσότερο με κρατάει πιστό στο Αντίφωνο, είναι η κοινότητα μιας σκέψης που αναδύεται μέσα από τόσο διαφορετικές αφετηρίες και οι άνθρωποι, που την αντανακλούν. Μια ζεστή "συμμορία" σκεπτόμενων ανθρώπων, οπως πχ. ο Θεόδωρος Ζιάκας, για τον οποίο "ευλογώ" το Αντίφωνο, που μ' έφερε κοντά στον ταπεινό του λόγο του και μ' έκανε να τον ξεχωρίσω, μέσα στην πληροφοριακή ζούγκλα της εποχής.

Πίσω στα δικά μας τώρα, θα γράψω με αφορμή δύο κείμενα που διάβασα στο τελευταίο ενημερωτικό e-mail του Αντίφωνου, με συναφή θεματολογία. Το ένα, βαρύ και ψαγμένο, φέρει τίτλο «Το πρόβλημα των θεμελιωδών αρχών των εμβίων όντων» κι είναι γραμμένο το 1998 από κάποιον Κώστα Ζάχο. Το άλλο, ειλικρινές μα αφελέστατο, τιτλοφορείται «Κύτταρα, έργα τέχνης και εξέλιξη: μια ατελής απόπειρα απολογητικής» και είναι κάποιου Αντώνιου Παπαγιάννη. Κι αυτά τα δύο μπολιασμένα - από σύμπτωση απρόσμενη - με το πρώτο επεισόδιο του νηφάλιου ντοκιμαντέρ "Why Are We Here" στο Curiosity Stream, για το οποίο ευχαριστώ τον καλό φίλο Δημήτρη. Πάμε, λοιπόν.

Το πρόβλημα των θεμελιωδών αρχών των εμβίων όντων.

Πρόβλημα με τις θεμελιώδεις αρχές δεν ξέρω αν υπάρχει, με το κείμενο του Κώστα Ζάχου ωστόσο... Μιλάει ο άνθρωπος και λέει, λέει, λέει, κοντεύει να καταλήξει περισσότερο πολυλογάς κι από μένα. Θα μπορούσε να πει τα ίδια πράγματα, με λόγια πολύ πιο απλά και κατανοητά, αυτός όμως όχι! Αισθάνεται ακαταπολέμητο το ζήλο να μας φορτώσει με όλη τη δυνατή βιβλιογραφία και τις παραπομπές. Κι ενώ δε μπορείς να μην του αναγνωρίσεις την αρετή της υπευθυνότητας, παρ' όλα αυτά δε γράφει και καμιά διατριβή για τη θέση του λέκτορα κι ίσως θα ήταν θεμιτό να θυσιάσει μέρος της "ακαδημαϊκότητας", προς όφελος της νοηματικής ροής. Πολύ περισσότερο, αυτός ο πληροφοριακός και αιτιολογικός λαβύρινθος, στον οποίο μας εισάγει, δίνει περισσότερο την εντύπωση ενός ανθρώπου, που ούτε κι ο ίδιος δεν έχει βγάλει άκρη, παρά προσπαθεί να τη βγάλει την ώρα που γράφει και συνάμα να μας πείσει κιόλας. Τέλος πάντων. Μάλλον κάνω λάθος, αλλά μπορεί και όχι.

( Παρένθεση. Με κάθε ευκαιρία τονίζω κι επαναλαμβάνω πως, φυσικά, ούτε σούπερ διαβασμένος είμαι, ούτε σε κάθε κείμενο κάθομαι να ξεψαχνίσω τη βιβλιογραφία του. Ωστόσο, όταν κανείς γράφει άρθρα οφείλει να στοιχειοθετήσει την ερμηνευτική και την επιχειρηματολογία του έτσι, ώστε να συμπυκνώνει με οικονομία και απλότητα όλα εκείνα, στα οποία ο ίδιος ο αρθρογράφος έχει - και καλά - εντρυφήσει. Οι προσεγγίσεις μου, λοιπόν, απευθύνονται περισσότερο στην επάρκεια ενός συγκεκριμένου κειμένου, παρά στην πραγματική διαμάχη των ιδεών, που μπορεί να συμβαίνει στους "ανώτερους" πνευματικούς κύκλους, όπου πολλά ζητήματα μπορεί να είναι ήδη λυμένα, εν αγνοία μου. Ως προς αυτό, οι μόνοι μου σύμμαχοι είναι ο χρόνος και η καλή διάθεση.)

Το κείμενο του Ζάχου έχει γραφτεί αρκετά παλιά, το 1998, τότε που ακόμα χρωστούσα καμιά δεκαριά μαθήματα για πτυχίο κι οι ανησυχίες περί Βιολογίας ήταν το τελευταίο πράγμα, που με απασχολούσε. Αν όντως, την εποχή εκείνη, επικρατούσε ένα τέτοιο αναγωγιστικό ή μηχανιστικό πνεύμα, τότε επί της ουσίας δεν έχω σε τίποτα να διαφωνήσω με τις ενστάσεις του γράφοντος. Έχοντας, επιπλέον, κατά νου και το ντοκιμαντέρ που αναφέρω στον πρόλογο, διαπιστώνω ότι ακόμα κι εν έτει 2017 η χαρά του Αναγωγισμού καλά κρατεί. Όπως, φυσικά, και οι ενιστάμενοι. Κάποιοι, ωστόσο, από τους τελευταίους - για παράδειγμα, εγώ :) - δεν εξισώνουμε τις ενστάσεις με την απόρριψη. Επισημαίνουμε τις αδυναμίες, τα κενά, κι ενώ ένα μέρος της καχυποψίας εδραιώνεται στα δεδομένα και την επιχειρηματολογία, ένα άλλο μέρος γαντζώνεται σε μία ασαφή, αντιδραστική διαίσθηση. Τώρα, παρ' ότι συμφωνώ με τον αντίλογο του Ζάχου, τα τελικά του συμπεράσματα θα με βρουν να τον κοιτάζω αμήχανα, με το μετέωρο βλέμμα της αγελάδας. Ξάφνου βρήκε το Θεό, απ' τη μιαν αράδα στην επόμενη κι από τη μια παράγραφο στην άλλη. Πώς γίνονται, ωρέ, τούτα τα θάματα; Μόνο ο Ζάχος ξέρει. 

Αναγωγισμός

Εδώ τώρα δε θα εξηγήσω τι είναι ο Αναγωγισμός, το κάνουν ένα σωρό ιστοσελίδες πολύ καλύτερα. Το πρόβλημα, όπως το αντιλαμβάνομαι προσωπικά, δεν είναι αν ο αναγωγισμός είναι τελικά έγκυρος, αλλά αν τα στοιχεία επαρκούν ώστε να αποφανθούμε υπέρ του. Με άλλα λόγια και άσχετα με τα υπαρξιακά συμπλέγματα του καθενός (εμού συμπεριλαμβανομένου), δε διακρίνω κανένα δεινό στο να είναι ή να ήταν ο Αναγωγισμός, όντως, αληθής. Ε και; Τι είχαμε, τι χάσαμε, τουλάχιστον, εμείς οι - ας το πούμε - άθεοι. Αλλά κάτι-κάτι μοιάζει να βρωμάει στην όλη υπόθεση. Κάποιο στοιχείο ζωτικής σημασίας είναι απόν, το αποτέλεσμα φαίνεται να μην πείθει.

Καταρχάς, όλες αυτές οι αιτιολογικές μεταβάσεις από τα διαδοχικά επιμέρους στο τελικό (;) όλον, μου φαίνονται ερμηνευτικά ακροβατικές και ανεπαρκείς. Αυτό δε σημαίνει, φυσικά, πως είναι αδύνατον να υπάρχουν άλλες αναγωγές επαρκέστερες, που προς το παρόν μας διαφεύγουν, ούτε πως θα μας διαφεύγουν στο διηνεκές. Αλλά μέχρι τότε, μέχρι δηλαδή η κατανόηση της πραγματικότητας να κατακτήσει ένα σκαλί ακόμα ή μια ολάκερη κλίμακα, τα χάσματα θα βρίσκονται εδώ και θα μας στοιχειώνουν. Να μην επεκταθώ περισσότερο. Για λεπτομέρειες διαβάστε το εν λόγω άρθρο ή κάτι παρεμφερές. Το ρεζουμέ; Ο αναγωγισμός απαιτεί ερμηνευτικά άλματα, για τα οποία όσο η επιστήμη δεν έχει επαρκή λόγο, θα παλινδρομούν ανάμεσα στην άδολη εικασία και τη μεταφυσική.

Το άλλο πρόβλημα - σε καμία περίπτωση δευτερεύον - που μ' ενοχλεί είναι αυτή η αλαζονεία να αναχθούν τα πάντα σε μια ύλη, η πραγματική φύση της οποίας εξακολουθεί να μας διαφεύγει. Σα να λέμε δε γνωρίζω τίποτα κι επιμένω να ανάγω τα πάντα σε αυτό! Ποια είναι η αληθινή φύση ενός ατόμου; ενός κουάρκ; ενός φωτονίου; Από ένα όριο κι εξής, όλοι μας οι θησαυροί εξαντλούνται σε πετυχημένα μοντέλα. Ξέρουμε να χειριζόμαστε τα σχοινιά μιας μαριονέτας με μεγάλη πιστότητα. Με τη διαφορά ότι, αυτή τη φορά, είναι η μαριονέτα πίσω από το παραβάν. Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς χειριζόμαστε. Δίνουμε ονόματα δεξιά κι αριστερά, βαφτίζουμε τα φαινόμενα "μεσόνια" και "μποζόνια" και δε συμμαζεύεται, κι όλα αυτά μας δίνουν την ψευδαίσθηση πως ξέρουμε γιατί μιλούμε. Κι όμως, σε τόσα χρόνια σχολικών ή εκλαϊκευμένων ή οριακά πανεπιστημιακών αναγνωσμάτων, δεν έχω συναντήσει κανέναν με το φιλότιμο να μου ξεκαθαρίσει, καταρχήν, τέτοια θεμελιώδη ερωτήματα. Προφανώς, όχι από έλλειψη πρόθεσης. Μοντέλα, μπαλάκια ή πιθανοκρατούμενα νεφελώματα, παρομοιώσεις, μεταφορές, προσεγγίσεις ... ή κάποιος εκεί έξω μας δουλεύει ψιλό γαζί, για την αδαημοσύνη μας, ή όντως σκουντουφλάμε ακόμη στα βασικά.

Ποιος τολμά να περιγελάσει την πιθανότητα εκείνη, όλα τα περίτεχνα μαθηματικά μοντέλα μας να μην είναι παρά μια αυταπάτη, μια επαρκώς περίπλοκη πλάνη - αντίστοιχη των επίκυκλων του Πτολεμαίου, σε ανώτερο επίπεδο - η οποία περιμένει την επόμενη τεχνολογική επανάσταση, ικανή να ξεσκεπάσει τις παραφωνίες της; Η Φυσική μας τι άλλο κάνει παρά να ποσοτικοποιεί σχέσεις με τεράστια επιτυχία, όταν οι ποιότητες γλιστρούν σα χέλια; Πώς αλλιώς; όταν τα αισθητηριακά δεσμά κρατούν το είδος μας σε μια διαρκή τυφλότητα και το μόνο μας όπλο είναι η πεφωτισμένη εκείνη διαίσθηση ελάχιστων χαρισματικών ανθρώπων, που ξεφυτρώνουν μια χούφτα ανά αιώνα; Να εκλεπτύνεις την αφή στο έπακρο, δεν αρκεί, όταν για το φως σου απομένει μόνο να γράφεις ποιήματα, έστω και στην όμορφη γλώσσα των μαθηματικών.

Τι σημαίνει ότι τα πάντα ανάγονται σε μόρια, άτομα ή δεν ξερω-γω-τί; Δε μιλάω για το νόημα της ζωής, αναρωτιέμαι απλά τι νόημα έχει αυτή και μόνο η φράση, που προανέφερα. Είναι μια, σχεδόν, αυτοαναφορική μπαρούφα, που εξηγεί ότι κάτι ανάγεται σε κάτι άλλο, δίχως να έχει την παραμικρή ιδέα τι είναι πραγματικά εκείνο που ανάγεται και τι εκείνο στο οποίο ανάγεται. Η τεχνολογική πρόοδος βαθαίνει το βλέμμα, δίχως να βαθαίνει την κατανόηση. Αν το μόνο του εργαλείο ήταν ο καθρέφτης, τότε ο αναγωγιστής θ' αρκούνταν στη διαπίστωση ότι ο άνθρωπος είναι ένα κεφάλι με λαιμό, δυο χέρια, δυο πόδια κι ένα σώμα με ή χωρίς τσουτσούνι. Άμα τη εφευρέσει του νυστεριού και της ανατομίας, άρχισε να προσθέτει λεπτομέρειες στην αρχική εικόνα (πνεύμονες, καρδιές, στομάχια, εγκεφάλους, κ.τ.λ.) και να εμπλουτίζει την κατανόηση σε ανάλυση, σα να έκανε zoom-in, αλλά σε ουσία δεν προχώρησε ούτε βήμα: τι είναι τελικά ο άνθρωπος; Σήμερα, μιλάει για μόρια και πρωτεΐνες, για πυρήνες και κουάρκς, για θεωρίες χορδών και έντεκα διαστάσεις, αλλά το αρχικό ερώτημα παραμένει εξίσου σκοτεινό κι ανέγγιχτο: τι είναι τελικά ο άνθρωπος; Ή, για να μη μας πούνε γενετικούς ρατσιστές, τι είναι η ζωή, το σύμπαν και τα πάντα όλα;

Ας πούμε ότι ξέρουμε τι είναι τα μόρια κι όλες οι δυνατές μεταξύ τους σχέσεις. Η ζωή πως διάολο συνάγεται από όλα αυτά; Και η αυτοσυνείδηση; Από εικασίες, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει. Από σταράτες και ντόμπρες απαντήσεις, όμως, κουβέντα. Κι από την άλλη, πάλι, πώς θα μπορούσε κανείς να μετρήσει τα βιώματα της κατάθλιψης, της προσφυγιάς, του χωρισμού, του θανάτου; Πώς ποσοτικοποιούνται όλα αυτά; Ακόμα κι αν μπορούσαμε ν' αντιγράψουμε τα συναισθήματα ενός ερωτευμένου, σε high fidelity και dolby surround, σε κάποιο εξελιγμένο νευρωνικό δίκτυο κι από 'κει να τα κοπιάρουμε copy-paste, σε όποιον πλήρωνε την ετήσια συνδρομή του, τι έχει να πει αυτό για την ποιότητα του βιώματος; Μπορούν οι χημικές αντιδράσεις να ενδοσκοπούν εαυτόν; Κι αν, τελικά, υπάρχει όντως ένα μέρος της ύπαρξης που δεν ποσοτικοποιείται, τι δουλειά έχει μ' αυτό ο ύπατος Ποσοτικοποιητής; Με ποιο φιλοσοφικό ή άλλο θράσος αποφαίνεται με τόση σιγουριά και τραχύτητα ο χασάπης της λογικής, όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω; Όπως έχω αναφέρει και σε άλλες αναρτήσεις, κανείς δε μπορεί να εμποδίσει κανέναν να ερευνά και να αποφαίνεται για όποιον τομέα του επιστητού κάνει κέφι. Όχι όμως δίχως την ταπεινότητα ή το θάρρος να παραδέχεται τα ενδογενή του όρια ή τις δυνατότητες. Η εμμονή των επιστημόνων σε διαισθήσεις του τύπου "Η Επιστήμη δεν έχει απαντήσει τα πάντα, αλλά έχει όλα τα απαραίτητα εφόδια κάποτε να το καταφέρει και, πολύ περισσότερο, είναι η μόνη που μπορεί" (Scientism) δεν είναι παρά κακή μεταφυσική απ' την ανάποδη: αν δε μπορείς να το αιτιολογήσεις, καλύτερα βούλωσέ το.

Πετάει ο γάιδαρος; Πετάει.

Μέχρι ενός σημείου, λοιπόν, ο Ζάχος αναπτύσσει αξιοπρεπέστατα τους συλλογισμούς του. Ως καλός πιστός, ωστόσο, κουβαλάει τη μεταφυσική μύγα, που τον κεντρίζει επίμονα και τσούζει. Ψάχνει ευκαιρία, σώνει και καλά, να στριμώξει κάπου το Θεό του, σε όλα αυτά. Και καλά θα έκανε, αν δεν ήταν αναγκασμένος, παρ' όλα αυτά, να πηδήξει σε εκβιασμένα συμπεράσματα, με μια ευκολία φαινομενικά παιδική - κι αν δεν είναι τέτοια, τότε αποτυγχάνει στις διατυπώσεις. Γράφει, για παράδειγμα, κάπου:

«Η δραστηριότητα που εμφανίζεται σε κάθε επίπεδο εμφανίζει δυικό χαρακτήρα, καθώς διεξάγεται αφενός μεν με βάση τους νόμους της φυσικοχημείας, αφ’ ετέρου απαιτεί την ύπαρξη μιας σχεδιάζουσας αρχής που βρίσκεται σε ένα άλλο επίπεδο.»

κι αλλού:

«Αυτό σημαίνει ότι οι δομές και οι κινήσεις που υπακούουν στους νόμους της φυσικοχημείας αποκτούν σημασία για τη δομή και τη φυσιολογία του εμβίου μόνον όταν εισέρχονται στο πεδίο της σημαντικής, όταν δηλαδή κωδικοποιούν ένα μήνυμα που φανερώνει το νόημά του μόνο με την αναφορά σε ένα άλλο επίπεδο που βρίσκεται πέραν των νόμων της φυσικοχημείας.»

και λίγο πιο κάτω:

«Αυτό σημαίνει ότι η ακολουθία των βάσεων είναι κατά κάποιο τρόπο εξωτερική του πεδίου των νόμων της φυσικοχημείας.»

Αυτά τα... διαγαλαξιακά άλματα - ακόμα κι αν έχουν βιβλιογραφική βάση που αγνοώ - ο Ζάχος δεν λαμβάνει τον κόπο να τα αποσαφηνίσει στο κείμενό του, με μια στοιχειώδη ανάπτυξη. Είτε γιατί θεωρεί ότι τα ανάπτυξε επαρκώς, είτε γιατί τα θεωρεί κοινή λογική και για την κουτσή Μαρία, είτε πάλι γιατί ούτε κι ο ίδιος καταλαβαίνει καλά-καλά τι γράφει. Έτσι, τα πάντα παραμένουν μετέωρα στο πουθενά της αγχωμένης πίστης. Για παράδειγμα, εκφράσεις του τύπου "σχεδιάζουσα αρχή" βγάζουν μάτι. Αυτές οι εκφραστικές πονηράδες δε λύνουν τα προβλήματα του αναγωγισμού, απλά τα ντριμπλάρουν. Πολύ περισσότερο, θα ήταν καλό να αποφεύγονται, καθώς δεν είναι διόλου ουδέτερες και για το λόγο αυτό εξαιρετικά επικίνδυνες. Υπονοούν, ξαφνικά κι επιπόλαια, την ύπαρξη ενός σχεδιαστή από το πουθενά, μιας συνείδησης δηλαδή που σχεδιάζει. Στην τελική, αποτελούν λήψη του ζητουμένου. Ο Ζάχος βέβαια πιστεύει κι ως εκ τούτου έχει λάβει τα ζητούμενά του, από καιρό. Αλλά το ζητούμενο στο κείμενο υποτάσσεται σε μια λογική δομή, που φιλοδοξεί να οδηγήσει στο Θεό με συνεπαγωγές κι όχι μ' επιφοιτήσεις. Εδώ αποτυγχάνει παταγωδώς.

Το άλλο πάλι, πως δηλαδή η κωδικοποίηση του μηνύματος από τη μία και η ακολουθία των βάσεων από την άλλη, αντανακλούν σε κάποιο άλλο επίπεδο, εξωτερικό των νόμων της φυσικοχημείας, αυτό πάλι δε μπορώ να καταλάβω σε ποιο ακριβώς σημείο των προηγούμενων "πατάει". Τα ίδια τα φυσικοχημικά πλαίσια είναι πολυ-επίπεδα από μόνα τους. Οποιαδήποτε χημική ενέργεια μπορεί να αναφέρεται ή να αποκτά "νόημα" σε ένα ανώτερο επίπεδο, δίχως να αποκλείεται η φυσικοχημικότητα του τελευταίου. Ας πούμε, το χλωριούχο νάτριο από μόνο του δεν είναι αλμυρό, δεν είναι ξινό, δεν είναι τίποτα. Η μετάφραση της αλμυρότητας γίνεται σε ένα άλλο επίπεδο - ανώτερο, κατώτερο, διαφορετικό, ό,τι προτιμάτε - που αφορά στην αλληλεπίδραση της μιας χημικής δομής, όπως το αλάτι, με μια άλλη δομή, όπως η γλώσσα - συνεκδοχικά, αν θέλετε, ολόκληρη η νευροφυσική αλυσίδα, ίσαμε τα μύχια κέντρα του εγκεφάλου. Γιατί, για παράδειγμα, δε μπορούμε να ξαναγράψουμε το πρώτο απόσπασμα του Ζάχου, ως εξής;

«Η δραστηριότητα που εμφανίζεται σε κάθε επίπεδο εμφανίζει δυικό χαρακτήρα, καθώς διεξάγεται αφενός μεν με βάση κάποιους νόμους της φυσικοχημείας, αφ’ ετέρου απαιτεί την ύπαρξη μιας σχεδιάζουσας αρχής (διατηρώ την έκφραση, για ευκολία) που βρίσκεται σε ένα άλλο φυσικοχημικό επίπεδο.»

Από πού συνάγεται, για παράδειγμα, πως η ακολουθία των βάσεων είναι εξωτερική του πεδίου των νόμων της φυσικοχημείας; Επειδή μεταφράζεται σε κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα, υπερβαίνοντας (φαινομενικά) την τυχαιότητα; Εδώ είναι σα να μην έχουμε πάρει χαμπάρι από τους μηχανισμούς, που προτείνει η Βιολογία. Σα να λέμε, δηλαδή, πως η φυσικοχημεία αν αφηνόταν μόνη της θα δημιουργούσε σημεία και τέρατα, δίχως κανένα νόημα, αλλά το γεγονός πώς στα αποτελέσματά της υπάρχει κάποιο νόημα - φτιάχνεται, δηλαδή, μια συγκεκριμένη πρωτεΐνή ή ακόμα κι ένα ολόκληρο τσουτσούνι - αυτό θα απαιτούσε μια μετάφραση ή σχεδίαση σε ένα ανώτερο επίπεδο, εφόσον οι φυσικοί νόμοι είναι, από μόνοι τους, άλογοι και συνεπώς απρόθετοι. Όμως, η αλυσίδα του DNA δεν ξεφύτρωσε άπαξ και ως δια μαγείας, εν μία νυκτί, περιμένοντας έκτοτε σαν τη Σταχτοπούτα πότε θα καταφτάσει ο πρίγκιπας με το σωστό γοβάκι, για το σωστό πόδι. Πόδι και γοβάκι δημιουργήθηκαν μαζί, έτσι ώστε είναι λάθος να μιλούμε για πόδι και γοβάκι - παρά μόνο από μεθοδολογική ευκολία - όταν στην πραγματικότητα αυτό που υπάρχει είναι μια οντότητα: ποδογοβακική. Τα επιμέρους μόρια και το σε σχέση όλον αναπτύχθηκαν ταυτόχρονα, στα πλαίσια μιας "εξελικτικής" αντιδιαστολής και αλληλεπίδρασης. Δεν είναι η ακολουθία των βάσεων που αποκτά το νόημά της σε ένα άλλο επίπεδο μετάφρασης, εκτός της λογικής των σωμάτων. Αποκτά νόημα στο ίδιο επίπεδο με τα σώματα που χτίζει, στο βαθμό που χτίστηκαν μαζί σε διαρκή "συνεννοήση".

Η αντιδιαστολή ετούτη και η διαίρεση σε μέρη και σε ολότητες, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως είναι μόνο φαινομενική. Το επιμέρους και το όλον είναι διαχωρισμοί κυρίως ερμηνευτικοί, πολύ εξυπηρετικοί κάτω απ' το μικροσκόπιο, αλλά διόλου βολικοί όταν κανείς προσπαθεί να προσεγγίσει τη συνολική εικόνα. Όταν αποσπάς το μέρος απ' το όλον - για να το μελετήσεις - δεν είναι πια μέρος, αφού υπάρχει ερήμην του όλου ∙ είναι ένα νεκρό απόσπασμα ή αν θέλετε ένα μέρος μέρους. Αλλά κι όταν μελετάς το όλον, στην πράξη μελετάς ένα μέρος του όλου, την πιο πρόδηλη εκδήλωσή του. Όχι μόνο εξαιτίας μιας άγνοιας της ακριβούς αιτιότητας του όλου από τα μέρη, αλλά και γιατί το όλον είναι σε διάφορους βαθμούς μια αφαίρεση, που στηρίζεται στην αδυναμία της νόησης να εστιάζει ταυτόχρονα στο ασύλληπτο πλήθος των μερών και των αλληλεπιδράσεών τους. Σε κάποιο βαθμό, ο Ζάχος δεν τα προσπερνάει όλα ετούτα, ούτε τα αγνοεί. Κάπου μάλιστα, επιτιθέμενος στον Αναγωγισμό, ξεδιπλώνει παρόμοια νοήματα. Ωστόσο, ενώ τα εκμεταλλεύεται άριστα προκειμένου να αποδείξει αυτό που τον συμφέρει, τα αγνοεί επιδεικτικά όταν υπάρχει κίνδυνος να γυρίσουν μπούμερανγκ. Δεν του αποδίδω πρόθεση, παρά ημιμάθεια των βιολογικών μηχανισμών.

Έτσι, ενώ ο Ζάχος (και κάθε Ζάχος) κρίνει τα φαινόμενα εκ των υστέρων, παγιωμένα στο δεδομένο εξελικτικό τους στιγμιότυπο, ως τετελεσμένα γεγονότα - ωσάν δηλαδή να τα κατασκεύασε κανείς ως έχουν - η Βιολογία χτίζει τα φαινόμενα απ' τις απαρχές των πρώτων μοριακών δομών, μέχρι τη σημερινή πολυπλοκότητα, δίχως να φλερτάρει με αυθαίρετες υποθέσεις (*). Αυτό δε σημαίνει πως λύνει το πρόβλημα της ζωής, του σύμπαντος and everything. Πιθανόν, να μη το λύσει και ποτέ. Υπάρχει, πάντα, άπειρος χώρος για ν' αλωνίσουν, όχι ένας, αλλά όλοι οι θεοί και οι θεές, από καταβολής κόσμου. Ωστόσο, δίνει (η Βιολογία) μια πολύ καλή και φαινομενικά πειστική περιγραφή του τρόπου, με τον οποίο τα έμβια αναπτύχθηκαν ως στο σημερινό στάδιο, άπαξ και δημιουργήθηκε πια η ζωή. Αυτό σημαίνει ότι η θεωρία είναι πλήρης και αδιαμφισβήτη; Όχι. Απλά σημαίνει ότι είναι η μόνη θεωρία, που προς το παρόν λειτουργεί και υποστηρίζεται επαρκώς από τα δεδομένα και τα φαινόμενα. Για μένα προσωπικά, καλοδεχούμενη οποιαδήποτε εναλλακτική και οποιαδήποτε πρόκληση. Αλλά εναλλακτική με κότσια, τέτοια ώστε να μην πολεμάει την απορριπτέα μεταφυσικότητα των επιστημονικών αξιωμάτων με μεγαλύτερη και περισσότερη μεταφυσική, αλλά με μια λογική ακολουθία η οποία θα είναι δυνατόν να μεταλαμπαδεύεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, εργαστήριο σε εργαστήριο, γενιά σε γενιά. Γιατί, διαφορετικά, θα λέει ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του κι άκρη δε θα βγάζουμε.

(*) Το "αυθαίρετες" εδώ σηκώνει, προφανώς, μεγάλη συζήτηση και, δικαίως, θα έβρισκε πολλούς αντιρρησίες. Ωστόσο, οι υποθέσεις των φυσικών επιστημών δεν είναι δόγματα με θρησκευτική εσάνς. Είναι υπό μια έννοια αυθαίρετες, αλλά πάντα μέσα στα αυστηρά πλαίσια της επαγωγικής λογικής, της μελέτης του φυσικού κόσμου και της συσσώρευσης μετρήσιμων δεδομένων. Πολλοί επιστήμονες ενοχλούνται μ' εκείνο το "Θεωρία" στη Θεωρία της Εξέλιξης, ωστόσο όσο η επιστημονική κοινότητα διατηρεί τον όρο, η βαρύτητα της λέξης θα φανερώνει με κάθε τιμιότητα και τα όριά της.

Κύτταρα, έργα τέχνης και εξέλιξη.

Όσον αφορά στο δεύτερο κείμενο, γράφει κάποιος Αντώνης Παπαγιάννης, ο οποίος αν και ιατρός-πνευμονολόγος φαίνεται να 'χε μαζέψει πολλές απουσίες στο μάθημα της Βιολογίας. Μα πώς; Ούτε στο σχολείο, ούτε στο πανεπιστήμιο, ούτε στην ειδικότητα, ούτε πουθενά; Τι διάολο; Ο άνθρωπος αυτός έγινε γιατρός δίχως να πάρει πρέφα από Εξέλιξη, Φυσική Επιλογή και μηχανισμούς Συσσώρευσης; Αυτό δεν είναι, απαραίτητα, ειρωνικό. Προσωπικά, τελείωσα τη Μαθηματική Σχολή, δίχως να έχω πάρει πρέφα από αληθινά Μαθηματικά και τη φιλοσοφία τους: ήμουν ένας βόθρος τεχνικής, μεθοδολογίας και απομνημόνευσης, δίχως την παραμικρή κριτική ικανότητα ή εμβάθυνση. Μισή ντροπή δική μου, μισή ντροπή του Πανεπιστημίου και της αδιαφορίας των διδασκόντων. Ας αφήσουμε, όμως, τα ευτελή ad hominem κι ας προχωρήσουμε προς την ουσία.

Σε κάποιο σημείο, λοιπόν, γράφει ο συνονόματος, παίρνοντας ως αφετηρία την πορεία της ανθρώπινης γνώσης:

«Η μετάβαση από ένα στάδιο γνώσης σε άλλο δεν έγινε τυχαία. [ ... ] Το οικοδόμημα της γνώσης έγινε με αναλυτική εκτίμηση των προηγουμένων δεδομένων και σχηματισμό υποθέσεων για τα επόμενα λογικά βήματα, που στη συνέχεια επιχειρήθηκαν με προσεκτικά σχεδιασμένα πειράματα και μελέτες. [ ... ] θα ακουγόταν τελείως παράλογο αν κανείς ισχυριζόταν ότι όλες αυτές οι επιμέρους γνώσεις αποτελούν προϊόν μιας απόλυτα τυχαίας εξέλιξης στη σκέψη, χωρίς κανενός είδους σχεδιασμό και επιμέλεια. Τότε όμως γιατί η εξέλιξη στον φυσικό κόσμο (που λογικά κανείς δεν αρνείται) δεν θα πρέπει να υπακούει σε κάποιο οδηγό πρόσταγμα ή σχέδιο»;

Εδώ δεν πρόκειται για λογικό άλμα, αλλά για το παντελώς άσχετο. Φαίνεται ότι στους ανθρώπους με ίκτερο κιτρινίζει το δέρμα τους. Τότε γιατί και οι μπανάνες ή τα λεμόνια να μην έχουν βλάβη στο συκώτι; Ποιος; Τι; Και λέω εγώ, από την άλλη: «Και γιατί, παρακαλώ, θα 'πρεπε η εξέλιξη να υπακούει σε κάποιο σχέδιο»; Να πιάσουμε τα πιο απλά: η φαινομενική τελειότητα και αρμονία είναι μόνο φαινομενική. Η φύση βρίθει από ατέλειες, απερισκεψίες και παραλογισμούς. Ποιος Δημιουργός, για παράδειγμα, με σώας τας φρένας, θα σχεδίαζε πλάσματα που τρέφονται με τις σάρκες άλλων πλασμάτων, τα οποία δε γουστάρουν και τόσο τη φάση; Ποιος θα σχεδίαζε πλάσματα με ένστικτο αυτοσυντήρησης τα οποία... πεθαίνουν; Ποιος θα σχεδίαζε σκωληκοειδείς αποφύσεις, κόκκυγες και λαρυγγικά νεύρα που παλινδρομούν, αν είχε στοιχειώδη ιδέα του τι στα κομμάτια θέλει να κατασκευάσει, ακριβώς; Τα συνταιριάσματα των όντων, παρ' ότι καθόλα θαυμαστά, απέχουν πολύ απ' το να χαρακτηριστούν τέλεια ή άριστα σχεδιασμένα, παρά μόνο στα μάτια του αδαούς ή του ημιμαθούς, ο οποίος πλατσουρίζει στα ρηχά.

Η Βιολόγοι τα έχουν κουβεντιάσει αυτά από δεκαετίες. Ο Παπαγιάννης πιάνει το τελειωμένο κύτταρο και μένει με το στόμα ανοιχτό - απολύτως λογικό, αφού πρόκειται όντως για έναν θαυμαστό μηχανισμό. Εκεί, ωστόσο, που ο ίδιος βλέπει θεούς και σχεδιαστήρια, άλλοι άνθρωποι διακρίνουν, νηφαλιότερα, έναν απρόσωπο μηχανισμό που επιτελεί ακριβώς την ίδια δουλειά και μάλιστα δίχως προπατορικά αμαρτήματα και άλλες αηδίες. Ο μηχανισμός της συσσώρευσης, που προτείνουν οι Βιολόγοι, αντικαθιστά τα απιθανικομύρια νούμερα του Παπαγιάννη για το σχηματισμό ενός "έτοιμου" κυττάρου, ενός πλήρους οργάνου ή πλάσματος, με μια συνεχή ακολουθία πολύ μικρότερων βημάτων, τα οποία είναι περισσότερο πιθανά να συμβούν, έκαστο. Αντί για τεράστια σχεδιαστικά άλματα, η Φύση προτιμά τις ελάχιστα-μικρές ωθήσεις, μέσα σε μια νοηματική τυφλότητα και χωρίς άλλη κατεύθυνση, πέραν της ολοένα αυξημένης πολυπλοκότητας. Αναμασώντας ελεύθερα από βιβλίο του Dawkins (επειδή το 'χω πρόχειρο κι όχι γιατί είμαι γραμμένος σε κανά Dawkins Fan Club) : αν τα πράγματα ήταν έτσι στ' αλήθεια, τότε όσον αφορά στην εξέλιξη κάποιου οργάνου, όπως πχ. στον οφθαλμό, θα έπρεπε να συναντούμε στη φύση ένα σωρό περιπτώσεις οφθαλμών σε διάφορα στάδια τελείωσης, όλη δηλαδή τη γκάμα, από άχρηστους έως και εξαιρετικούς. Και, πράγματι, αυτό ακριβώς συμβαίνει κι αυτό ακριβώς παρατηρούν και καταγράφουν οι σπουδαγμένοι, μελετώντας το ζωικό βασίλειο και τ' απολιθώματα.

Σε άλλο σημείο, διαβάζουμε:

«Δύσκολο να προσπαθήσεις να μεταπείσεις όσους οχυρώνονται πίσω από την δική τους οπτική γωνία και αρνούνται να δεχθούν οποιεσδήποτε προεκτάσεις πέρα από το δικό τους νοητικό ‘ταμπούρι’.»

Εδώ θα συμφωνήσω, απόλυτα, με τον Παπαγιάννη. Οι τίμιοι συνομιλητές δεν οχυρώνονται ούτε σε ταμπούρια, ούτε σε κιβούρια, καθώς η αναζήτηση της αλήθειας (μιας όποιας) δεν είναι ούτε πόλεμος, που προσπαθεί ο ένας νους να εκμηδενίσει τον άλλο, ούτε όμως και δικαστήριο, που προσπαθεί κανείς να πείσει κανέναν. Η πειθώ δεν αρμόζει εδώ. Αυτό που αρμόζει είναι η διαρκής ανάλυση και αποσαφήνιση των επιχειρημάτων της κάθε πλευράς, ώστε να συζητηθεί η πληρότητα και η συνέπειά τους, τόσο εσωτερικά (με τον εαυτό τους), όσο και εξωτερικά με τα φαινόμενα. Ο στόχος είναι κοινός. Αν κάποιος "πείθεται" ή όχι είναι δικό του πρόβλημα. Το φλέγον θέμα είναι να καταλάβει ο ένας τι ακριβώς του προτείνει ο άλλος. Η Βιολογία, με όλα τα κενά και τις ατέλειες που μπορεί κανείς να της καταλογίσει, προτείνει κάτι πολύ συγκεκριμένο, ώστε ακόμα κι ένας αρνητής της, αν μελετήσει επαρκώς, του δίνεται απλόχερα η δυνατότητα να την κατανοήσει σε βάθος κι αν το επιθυμεί ακόμα (και το μπορεί) να την απορρίψει με αντίστοιχα επιχειρήματα. Από την άλλη, οι ενστάσεις και αντιπροτάσεις των θρησκευομένων, όταν εφαρμόζονται στο επίπεδο της λογικής επιχειρηματολογίας είναι συνήθως ισχνές κι αδύναμες, αποκαλύπτοντας μια κακομασημένη γνώση των επιστημονικών μηχανισμών, όταν δε εφαρμόζονται στο επίπεδο της μεταφυσικής - το συχνότερο και ύστατο καταφύγιο - αδυνατούν να κοινωνήσουν μια κάποιαν αλήθεια στον άλλο, αφού στην τελική αν κάπως προσεγγίζονται τα θεία είναι μόνο βιωματικά και μετά το χάος.

Τελικά, το άρθρο κλείνει ως εξής:

«Ωστόσο, ας κλείσω τον συλλογισμό με μια ρητορική ερώτηση: κανείς από τους ακροατές της δεν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η 9η Συμφωνία απλώς ‘συνέβη’, κανείς από τους επισκέπτες του Λούβρου δεν αρνείται ότι υπήρξε δημιουργικό χέρι πίσω από τη ‘Μόνα Λίζα’, κανείς από τους ιστορικούς της τέχνης δεν ισχυρίζεται ότι η ‘μπλε περίοδος’ του Πικάσσο εξελίχθηκε σε κυβισμό αυτόματα και μόνο με το πέρασμα του χρόνου, χωρίς τη βούληση του ζωγράφου. Με ποια λογική ο άπειρος κόσμος γύρω μας (και ο πιο άπειρος κόσμος μέσα μας) απλώς,  εντελώς τυχαία και απολύτως απρογραμμάτιστα, ‘έγινε’ όπως τον βλέπουμε;»

Και με πια λογική να συμβαίνει το αντίθετο; Οι ασυναρτησίες του Παπαγιάννη είναι αυτό ακριβώς: ασυνάρτητες. Δεν είναι τα πάντα άνθρωπος, γύρω μας. Έτσι ο άπειρος κόσμος δεν έχει καμία λογική υποχρέωση ή σκορδοκαΐλα να συμπεριφέρεται κατ' εικόνα κι ομοίωση με πεντεδέκα άτριχες μαϊμούδες, που μόλις κατάφεραν να ψελλίσουν "μπανάνα" στην άκρη ενός Γαλαξία, άρχιζαν να γεμίζουν τον κόσμο με τα περιττώματά τους. Στο κάτω-κάτω, έτσι ακριβώς: ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει την τάση να μαρσάρει, να σπινιάρει και στο τέλος σα μπουλντόζα, να παίρνει σβάρνα και να φτιάχνει παντού ανθρώπους κι ανθρώπινα. Σε ποια ακριβώς έκφανση της ζωής, ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν προβάλει τον εαυτό του - συμμετρίες, αισθήματα, ιδεολογίες - εισπράττοντας τις αντανακλάσεις των αντικειμένων, βρωμισμένες από τα ποδάρια του; Στα φυσικά φαινόμενα φτιάχνει θεούς, στα σύννεφα φτιάχνει δράκους, στις σκιές σιχαμερά τέρατα, στους μύθους και στα ποιήματα τα ζώα μιλούν, στα βράχια της Ικαρίας βλέπει Ινδιάνους, στα φυτά αναγνωρίζει επιθυμίες ("η γαρδένια μου διψάει"), στα εσωτερικά όργανα επίσης ("το στομάχι μου θέλει φαί"), στα κύτταρα βλέπει σχέδια και σχεδιαστές, στα σαρκοφάγα ζώα βλέπει μοχθηρία και στα χορτοφάγα πραότητα και καλοσύνη και πάει λέγοντας - είναι μια λίστα ατελείωτη, όσο κι ο ανθρώπινος πολιτισμός. Ο μεγαλύτερος φόβος του σύγχρονου Ανθρωπολόγου, όταν μελετάει τη συμπεριφορά και τα συναισθήματα των θηλαστικών, είναι να μη γίνει ρεζίλι και περίγελως, κάνοντας το λάθος να τους αποδώσει ανθρώπινες ιδιότητες. Ετούτη η ανθρωποποιητική ορμή και κλίση του Ανθρώπου δεν είναι καθόλου αστεία ή φευγαλέα: είναι μέρος της φύσης του είδους, είναι "καλωδιωμένη" στη νευροφυσιολογία του.

Όπως, λοιπόν, στη θέα ενός φυτού που μαραζώνει, ο λαϊκός-καθημερινός νους προβάλει στο φυτό μιαν επιθυμία (την επιθυμία για νερό), αντί για έναν φυσικό μηχανισμό, έτσι κι ο γεμάτος προθέσεις και σχέδια εγκέφαλος αντανακλά τον εαυτό του σε οτιδήποτε δίνει την υποψία απομάκρυνσης από την αταξία και την τυχαιότητα: πέτρες που κόβουν βόλτες στην Κοιλάδα του Θανάτου της Καλιφόρνια, μικρά πράσινα ανθρωπάκια στα σήματα του πρώτου Pulsar, θέλημα του Θεού οι μοναδικοί επιζώντες ναυσιπλοϊκών ή αεροπορικών τραγωδιών, τα λόγια του Αλλάχ στα σπλάχνα μιας ντομάτας, σε τελική ανάλυση, ένα μεγαλειώδες, θεϊκό σχέδιο, αποκαλυμμένο σε ολάκερη την πλάση. Αλλά, όπως αντίστοιχα η αδυναμία της όρασης δεν συνεπάγεται την ανυπαρξία ενός αντικειμένου ή μιας ιδιότητας, έτσι αντιδιαμετρικά η οπτική επικύρωση δε συνεπάγεται την ύπαρξη. Διαφορετικά, θα νομίσαμε ακόμη ότι ο Ήλιος περιστρέφεται γύρω απ' τη Γη.

Επίλογος

Κλείνοντας, επαναλαμβάνομαι. Η Βιολογία προτείνει ένα μηχανισμό, στην ουσία του απλό, λειτουργικό κι επιβεβαιωμένο από (ή αν θέλετε καλύτερα "συμβατό με") χίλια-μύρια παραδείγματα. Η Θρησκεία προτείνει ένα "μηχανισμό", ο οποίος όταν δεν τρέχει να μπαλώσει με μεταφυσικά ράκη τα κενά και τα περιθώρια της επιστήμης, εξαντλείται σε μια ελάχιστη ομάδα ανθρώπων, μια σταγόνα δηλαδή στον ωκεανό, οι οποίοι από μόνοι τους διατείνονται διάφορες βιωματικές αποκαλύψεις, ξένες και απροσπέλαστες στον υπόλοιπο κόσμο. Κείμενα, όπως τα δύο προηγούμενα, είναι ξεκάθαρα γραμμένα από πιστούς για πιστούς. Εκείνο στο οποίο στοχεύουν δεν είναι να πείσουν με λογικά επιχειρήματα, αφού ετούτα είναι το τελευταίο πράγμα που έχει ανάγκη ένας πιστός ή που τον απασχολεί. Στην πραγματικότητα, στοχεύουν στο να καταπραΰνουν τις αμφιβολίες της "ψυχής" κάτω απ' την πίεση των επιστημονικών κατακτήσεων και ν' αμβλύνουν το φόβο, μήπως χαθεί η χριστιανική γη κάτω απ' τα πόδια τους. Για τις ανάγκες αυτές, αλλά και γι' άλλους λόγους, είναι που στα κείμενα του είδους υπάρχει σχεδόν πάντοτε εκείνη η παράγραφος-σήμα κατατεθέν, η οποία εκτελεί το καθιερωμένο άλμα πίστης, καταστρέφει τη φυσική ροή της επιχειρηματολογίας κι εκτοξεύεται στον έβδομο ουρανό. Απέναντι στα αδιέξοδα της λογικής, ο πιστός δε μπορεί να βάλει μια παύση και ν' αναστοχαστεί. Σαν τα μικρά παιδιά, ντε και καλά, απαιτεί μιαν απάντηση και την απαιτεί εδώ και τώρα! Κάθε θρησκευτικό κείμενο, που σέβεται τον εαυτό του, θα πρέπει να συνιστά έναν ισοδύναμο αναγραμματισμό του Συμβόλου της Πίστεως. Δε μπορεί να λείπει ποτέ η τυπική κατάληξη-καραμέλα. Από το πουθενά εισάγεται ο "Λόγος", ο "Νους", η "Σχεδιάζουσα αρχή" κι ένα σωρό αυθαιρεσίες, οι οποίες ασχέτως αν έχουν ή δεν έχουν βάση, τουλάχιστον στην παρούσα κουβέντα δε θα 'πρεπε να έχουν θέση.

Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Όσα δε φτάνει η Επιστήμη ... [Μέρος 3ο]

Τι επιδιώκουν οι «νεκροθάφτες» του Θεού κι επίλογος

Στις τελευταίες παραγράφους, ακόμα κι αυτός ο κύριος Αλέξανδρος πιάνει την τυπική κλάψα. Του φταίνε οι κλασικοί "σατανάδες": οι Νίτσε, οι Σταλίνηδες, οι (αν)ύπαρκτοι Σοσιαλισμοί, οι Παγκοσμιοποίησες και πάει λέγοντας. Κλασικός Χριστιανός: πάντα οι άλλοι. Για όλα τα δεινά του κόσμου ευθύνεται ο νεκρός Θεός και το παιδί της Ρόζμαρι. Ο άνθρωπος δε μπορεί να καταλάβει πως ένας λαός, που του 'χουν καρφώσει το Θεό στο κεφάλι, δεν ξεκολλάει σχεδόν ποτέ, παρά πιάνει να θεοποιήσει ότι βρει μπροστά του. Δε θα πιάσω το Νίτσε, γιατί είμαι πολύ αδαής ώστε να τον κρίνω. Από την ευκολία ωστόσο που ο Κωστάρας αποδίδει στον Υπεράνθρωπο αιτιακή σχέση με το Ναζισμό, μάλλον κι εκείνος δε διακρίνεται από καμια ιδιαίτερη ευρύτητα πνεύματος. Όμως - πίσω στα προηγούμενα - το να σφάξεις το Θεό στο γόνατο, αλλά να πας να βάλεις στη θέση του το Στάλιν, το Κόμμα, την Ιδεολογία ή την Α.Ε.Κ δεν έχει και καμία ειδοποιό διαφορά της προκοπής κι ούτε αυτό σε κάνει άθεο, παρά μόνον για τις ανάγκες κανενός ληξιαρχείου. Σε κάθε περίπτωση, είσαι άνθρωπος ανελεύθερος και μαζοποιημένος. Εκτός κι αν ο αρθρογράφος πιστεύει ότι οι άνθρωποι φτιάχναν νωρίτερα, στο όνομα του Θεού, έναν κόσμο καλύτερο και τα πράγματα στράβωσαν μετά, εξαιτίας του Στάλιν και του Χίτλερ!

Τα χάλια που αποδίδονται στους δήθεν άθεους ανθρώπους, που δεν είναι άθεοι, είναι ακριβώς εκείνα που χαρακτηρίζουν τη συναισθηματική μικροψυχία οποιουδήποτε οπαδού, άρα και του μέσου πιστού. Καταδικάζοντας ένα συγκεκριμένο ήθος, άθελά του ο Κωστάρας, καταδικάζει κι αυτό το ίδιο το ήθος της ράτσας των Χριστιανών, αφού ποιοτικά ο λαϊκός τρόπος πίστης είναι το ίδιο άκριτος, φοβικός και φανατισμένος. Οι άνθρωποι που 'ναι "καλοί" είναι καλοί για άλλους λόγους κι απλά, όταν τυχαίνει να 'ναι πολιτογραφημένοι ως "Χριστιανοί Ορθόδοξοι" νομίζουμε πώς είναι η χάρη του Θεού που τους φωτίζει, αν πάλι είναι "Βουδιστές Ορθόδοξοι" είναι η χάρη του Σιντάρτα Γκαουτάμα και πάει λέγοντας, στον αιώνα των αιώνων της ευήθειας. Αυτό που κάνει ο Χριστιανισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο απ' το να παίρνει όλα εκείνα τα θετικά στοιχεία, τα οποία ούτως ή άλλως χαρακτηρίζουν τον Άνθρωπο, και να τα ιδιοποιείται. Τώρα, άμα ρωτήσεις έναν ψαγμένο, θα σου πει πως αβάπτιστα από τη θεία χάρη και την επικύρωση της επερχόμενης βασιλείας και όλα τα μεταφυσικά μπλαμπλά τα πράγματα δεν είναι τα ίδια κι ολάκερο το οικοδόμημα καταρρέει. Αλλά σε όσους από εμάς η λέξη Θεός είναι μια λέξη, που θα μπορούσε κάλλιστα και να μην υπάρχει, χωρίς να μας κάνει διαφορά, είναι ολοφάνερο ότι ο Άνθρωπος είναι πέρα και πάνω απ' τις ατελείς θρησκείες με τα μυθεύματα και τις ασυναρτησίες τους. Είναι, με άλλα λόγια, πολύ καλύτερος.

Κι ωστόσο, όπως το 'χω ξαναπαραδεχτεί, διακρίνω σε μερικές - όχι τόσο διαφημισμένες - γωνίτσες του ορθόδοξου λόγου ποιότητες, που αισθάνομαι δύσκολα συναντάς σε άλλα κείμενα ή πηγές. Χαίρομαι γι' αυτό σα μικρό παιδί και γεμίζω αγάπη, αλλά πάλι δεν αποδίδω τους λόγους αυτούς σε καμία μεταφυσική φώτιση, αλλά στον βαθύ ψυχισμό, κάποιων σπάνιων ανθρώπων. Ποιότητες βαθιάς αγάπης συναντάει κανείς εξίσου στο λεπτότερο κομμάτι των ανατολικών θρησκειών, στο γυμνό σεβασμό των Ινδιάνων της Β.Αμερικής και σε χίλια μύρια άλλα μέρη, απλά εκφρασμένες σε διαφορετική συναισθηματική γλώσσα. Έτσι, μεγαλώνοντας στο συγκεκριμένο περιβάλλον που μεγάλωσα, μου φαίνεται άκρως φυσιολογικό να με αγγίζει αμεσότερα η νοηματοδότηση της ορθόδοξης εκφραστικής, όταν δεν εκφυλίζεται σε λόγο εκκλησιαστικό και κατηχητικό. Αμπόλιαστος, ωστόσο, από την απεραντοσύνη και την ποικιλομορφία της ανθρώπινης "ψυχής", φαντάζει κι ο ορθόδοξος λόγος στενός και μετρημένος. Θέλω να πω, δε χρειάζεται να τρέχει κανείς στο επέκεινα για να εμφυσήσει με νόημα τον κοσμικό λόγο, όταν δίπλα του περπατούν πλάσματα φτιαγμένα από την ίδια ύλη και τον ίδιο πόνο. Ετούτη η εμμονή με το Θεό είναι ο καλύτερος τρόπος για να καμουφλάρει κανείς τη μισανθρωπία του ή, έστω, την αναπηρία της καρδιάς ν' αγαπήσει τον αδερφό ή την αδερφή της: είναι ευκολότερο ν' αγαπήσεις εκείνον, που στην πράξη δε μπλέκεται στα πόδια σου, παρά εκείνον με τον οποίο έχεις κάτι να μοιράσεις.

Ο Κωστάρας δεν εννοεί κάτι διαφορετικό όταν γράφει «Δεν μπορείς δηλ. να πεις ότι αγαπάς τον Θεό, αν δεν έχεις αγαπήσει προηγουμένως τον άνθρωπο». Αλλά τίποτα μα τίποτα, από τον προηγούμενο λόγο του, δεν αποπνέει τη γυμνότητα της ειλικρινούς αγάπης προς τον άνθρωπο, παρά μόνο την μικρόψυχη μιζέρια των ανθρώπων που βαριούνται μόνοι τους στη γωνία. Γιατί αν, όλοι ετούτοι οι άνθρωποι, αγαπούσαν πραγματικά, τότε μπροστά στα διλήμματα που τους προβληματίζουν θα φρόντιζαν ν' ανοίγουν περισσότερο την αγκαλιά τους και λιγότερο το στόμα τους. Καλή συνέχεια, σε όλους.

Όσα δε φτάνει η Επιστήμη ... [Μέρος 2ο]

Αποδειξιμότητα εναντίον ενοραματικότητας και τα λοιπά

Η ουσία, το βασικό νόημα όσων ξεδιπλώνει ο Αλ. Κωστάρας στις επόμενες δύο παραγράφους, δε θα με βρει διόλου αντίθετο. Η μεθοδολογική ποσοτικοποίηση της Επιστήμης έχει όρια και χωρίς, φυσικά, να της απαγορεύει κανείς να τολμά και να επιχειρεί έξω απ' τα νερά της, συχνά τα συμπεράσματά της προκαλούν περισσότερο τη θυμηδία, παρά επιφωνήματα έκπληξης και σεβασμού. Η βιωματικότητα, όχι μόνο του θρησκευτικού αισθήματος - λες και κατέχει καμιά περίοπτη θέση - παρά οποιασδήποτε ανθρώπινης εμπειρίας, χαρακτηρίζεται από τέτοια μοναδικότητα, συνέχεια και απροσδιοριστία, ώστε ούτε τα επιστημονικά εργαλεία επαρκούν, ούτε άλλα, προκειμένου να μεταλαμπαδευτεί η μοναδικότητα ετούτη απ' το ένα ανθρώπινο ον στο άλλο. Είναι χαρακτηριστικό - και όλοι έχουμε ένα αντίστοιχο παράδειγμα από την προσωπική μας ζωή - πως ακόμα και τα άτομα της ίδιας παρέας ή ομάδας βιώνουν το ίδιο γεγονός με εντελώς ξεχωριστούς και ιδιαίτερους τρόπους. Και μόνο με το εργαλείο της αγάπης μπορεί κανείς να προσεγγίσει ποιοτικά ένα άλλο πλάσμα - ανθρώπινο ή μη - καλύπτοντας τις ποσοτικές αστοχίες και τα χάσματα των μετρήσιμων. Ακόμα κι έτσι, όμως, μόνο για προσέγγιση μπορούμε να μιλάμε κι ούτε γι' αστείο για ολοκληρωμένη ταύτιση. Έτσι αισθάνομαι τα πράγματα.

Από την άλλη, τώρα, ο κύριος Κωστάρας και ένα σωρό άλλοι εκ των θρησκευομένων αρέσκονται στο να ευλογούν τα γένια τους και δεν είναι, εν γένει, τίμιοι στοχαστές. Σε κάθε μη συμφέρουσα ευκαιρία φαίνεται να ποιούν τη νήσσα, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την αποπροσανατολιστική αφετηρία της συλλογιστικής τους: πως να, δηλαδή, οι καλοί και πιστοί Χριστιανοί ξύπνησαν μόλις εχθές σ' αυτό το μάταιο κόσμο και ήρθαν οι άλλοι, οι κακοί αθρώποι και πέσαν πάνω τους να τους φάνε, χωρίς εκείνοι να 'χουν την παραμικρή ιδέα και δίχως να φταίνε σε τίποτα. Ετούτες οι αθώες περιστέρες, ωστόσο (δεν αναφέρομαι προσωπικά), έχουν ανυπολόγιστη ιστορική ευθύνη (δε μιλώ ηθικά, αυτή τη στιγμή, μόνο αιτιακά) για σωρεία δεινών, που μάστισαν κι εξακολουθούν να μαστίζουν την ανθρώπινη φυλή. Ετούτη η κατακαημένη ράτσα των Sapiens Sapiens αγωνίστηκε γι' αρκετούς αιώνες να πετάξει από πάνω της τη βαριά ταφόπλακα της δεισιδαιμονίας, του φανατισμού και της αμάθειας, της μπίχλας και της δυσωδίας. Όλα ετούτα τα εκατομμύρια των ξεντεριασμένων πτωμάτων στους βωμούς του καλού Θεούλη, στο όνομα του Πάπα, του Πατριάρχη ή της Ιεράς Συνόδου, έχουν ισάριθμα στόματα και κραυγές, που ανεβαίνουν καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι και μας στοιχειώνουν. Ο πιστός που δεν τρομάζει και δεν πισωπατεί από τη βία και το θάνατο, που κουβαλούν στα σπλάχνα τους οι οργανωμένες θρησκείες, που δεν βιάζεται να πάρει απόσταση από το μαφιόζικο ιερατείο του κερατά και να διαχωρίσει το βαθύ πυρήνα της πίστης του, από τη χωματερή του παπαδαριού, που δε γονατίζει με ταπεινότητα στις συζητήσεις σηκώνοντας πάνω του, σχεδόν μόνος, όλη την ενοχή που το σινάφι του έχει προκαλέσει, παρά με αλαζονεία τολμά να ζητά και τα ρέστα, ο πιστός λοιπόν ετούτος - κατά τη γνώμη μου - δεν είναι τίμιος.

Γράφει, ας πούμε κάπου, ο κύριος Κωστάρας:

«Επομένως, αυτός που περιδιαβάζει τον χώρο της μεταφυσικής δεν υποχρεούται να μου αποδείξει τίποτε από όσα ενοράται. Και αυτός που μου λέει ότι βλέπει τον Θεό δεν είναι υποχρεωμένος να μου το αποδείξει.» 

Ετούτη η ανερυθρίαστη αποποίηση ευθυνών είναι τόσο προκλητική, ώστε δυσκολεύεται κανείς να μη ρίξει το εκφραστικό του επίπεδο. Αλλά δεν είμαστε εμείς (άθεοι, αγνωστικιστές ή όποιοι άλλοι), που μπαίνουμε στα σπίτια των Χριστιανών (ή όποιων άλλων) και τους ζητάμε εξηγήσεις. Δεν είμαστε εμείς, που πιάνουμε την κατήχηση από την κολυμπήθρα. Δεν είμαστε εμείς, που 'χουμε γεμίσει κάθε γωνιά με τους ναούς και τα παρεκκλήσια μας. Δεν είμαστε εμείς, που τραβάμε τα παιδιά τους σε λειτουργίες, θείες κοινωνίες κι άλλους τζερτζελέδες. Δεν είμαστε εμείς, που επιβάλαμε για χρόνια στα σχολεία τους την εβραϊκή κατήχηση και παρα-μυθολογία. Δεν είμαστε εμείς, που ζούσαμε για χρόνια παρασιτικά, σα βδέλλες κολλημένες στην πλάτη, τους ώμους και τον τράχηλο πιστών και απίστων, συνοργανωμένοι με τους κρατικούς μαφιόζους. Τελικά, δεν είμαστε εμείς που τριγυρνούσαμε για αιώνες με τις βρωμοποδάρες μας, μέσα στα σπίτια και στα κεφάλια των ανθρώπων, σπέρνοντας και θερίζοντας τη δεκάτη μας, δίχως να μπολιάζουμε την κοινωνία με τίποτα της προκοπής, αφού οι άνθρωποι κοινωνούσαν κι αγαπιόνταν απ' τη φύση τους, πολύ πριν γεννηθεί ο πρώτος Εβραίος. Δεν περίμεναν, δηλαδή, να 'ρθει να τους το δείξει κανένας Μεσσίας.

Έχοντας αυτά κατά νου, ο τίμιος πιστός δεν πρέπει να σηκώνει ψηλά χέρια, πόδια και μύτη, όταν έρχεται αντιμέτωπος με τις ευθύνες του. Δεν πρέπει να εφησυχάζεται στην αλαζονική του ομφαλοσκόπηση, σα να μην ξέρει τίποτα για το φόνο. Αυτός που λέει ότι βλέπει το Θεό, στ' αλήθεια δεν έχει καμία υποχρέωση να μου αποδείξει το παραμικρό. Χεστήκαμε, δεν πα' να βλέπει και την πεθαμένη γιαγιά του ή στρουμφάκια. Αυτός, όμως, που ΜΟΥ λέει ότι βλέπει το Θεό, έχει κάθε υποχρέωση να μου το αποδείξει, γιατί κανείς δεν τον ρώτησε. Μόνος θεώρησε χρέος του ν' αρχίσει σαν την πορδή να διακηρύττει, δεξιά κι αριστερά. Εκείνος δε, που όχι μόνο μου λέει ότι τον βλέπει αλλά μ' εγγράφει και στους καταλόγους του από τα γεννοφάσκια, εκείνος έχει κάτι πολύ μεγαλύτερο και από υποχρέωση απόδειξης (ή συγγνώμης): απαιτείται όλος του ο βίος και οι πράξεις να μαρτυρούν και ν' ακτινοβολούν αυτό το φως, του οποίου ισχυρίζεται πως βρήκε το διακόπτη. Φυσικά, δεν υπάρχουν πολλοί τέτοιοι. Δεν υπάρχουν ούτε καν ελάχιστοι.

Το πρόβλημα με τους πιστούς δεν είναι ότι πιστεύουν σε ό,τι γουστάρουν να πιστεύουν, δίχως να ενοχλούν κανέναν. Το πρόβλημα είναι ότι ενοχλούν και μάλιστα πολύ. Λιγότερο από αγάπη και περισσότερο από συμφέρον, ψωροπερηφάνια, κόμπλεξ κι άλλα κατώτερα συναισθήματα, παίρνουν τις ντουντούκες ή τα κύμβαλα τα αλαλάζοντα και βγαίνουν σαν τους γύφτους να μας πουλήσουν καρπούζια και κοκκινόχωμα. Κι αν το καρπούζι βγει μάπα και το κοκκινόχωμα βρίθει ελμίνθων, τότε γυρνούν με το υφάκι της παρθενοπιπίτσας και σου λένε πως δεν έχουν καμία υποχρέωση ως προς τους λόγους και τα πιστεύω τους. Αν, λοιπόν, το χριστιανικό "προϊόν" ούτε αποδεικνύεται, ούτε μεταλαμπαδεύεται, εφόσον αποτελεί προσωπικό βίωμα, τότε για ποιο λόγο οι φορείς του δεν πάνε στην άκρη, ν' αράξουνε σε μια γωνίτσα μέσα στο χριστιανικό κουκούλι τους, σωπαίνοντας έστω από αιδώ ή ταπεινότητα; Γιατί θεωρούν χρέος τους ν' αποκριθούν με λόγια, συντάσσοντας λογικά επιχειρήματα για να υπερασπίστουν το άλογο, δίχως τελικά να λένε τίποτα; Σε ποιους τελικά απευθύνονται; Δυστυχώς, με αυτό το ήθος, σωστός διάλογος δεν πρόκειται να γίνει ποτέ.