Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Όσα δε φτάνει η Επιστήμη ... [Μέρος 2ο]

Αποδειξιμότητα εναντίον ενοραματικότητας και τα λοιπά

Η ουσία, το βασικό νόημα όσων ξεδιπλώνει ο Αλ. Κωστάρας στις επόμενες δύο παραγράφους, δε θα με βρει διόλου αντίθετο. Η μεθοδολογική ποσοτικοποίηση της Επιστήμης έχει όρια και χωρίς, φυσικά, να της απαγορεύει κανείς να τολμά και να επιχειρεί έξω απ' τα νερά της, συχνά τα συμπεράσματά της προκαλούν περισσότερο τη θυμηδία, παρά επιφωνήματα έκπληξης και σεβασμού. Η βιωματικότητα, όχι μόνο του θρησκευτικού αισθήματος - λες και κατέχει καμιά περίοπτη θέση - παρά οποιασδήποτε ανθρώπινης εμπειρίας, χαρακτηρίζεται από τέτοια μοναδικότητα, συνέχεια και απροσδιοριστία, ώστε ούτε τα επιστημονικά εργαλεία επαρκούν, ούτε άλλα, προκειμένου να μεταλαμπαδευτεί η μοναδικότητα ετούτη απ' το ένα ανθρώπινο ον στο άλλο. Είναι χαρακτηριστικό - και όλοι έχουμε ένα αντίστοιχο παράδειγμα από την προσωπική μας ζωή - πως ακόμα και τα άτομα της ίδιας παρέας ή ομάδας βιώνουν το ίδιο γεγονός με εντελώς ξεχωριστούς και ιδιαίτερους τρόπους. Και μόνο με το εργαλείο της αγάπης μπορεί κανείς να προσεγγίσει ποιοτικά ένα άλλο πλάσμα - ανθρώπινο ή μη - καλύπτοντας τις ποσοτικές αστοχίες και τα χάσματα των μετρήσιμων. Ακόμα κι έτσι, όμως, μόνο για προσέγγιση μπορούμε να μιλάμε κι ούτε γι' αστείο για ολοκληρωμένη ταύτιση. Έτσι αισθάνομαι τα πράγματα.

Από την άλλη, τώρα, ο κύριος Κωστάρας και ένα σωρό άλλοι εκ των θρησκευομένων αρέσκονται στο να ευλογούν τα γένια τους και δεν είναι, εν γένει, τίμιοι στοχαστές. Σε κάθε μη συμφέρουσα ευκαιρία φαίνεται να ποιούν τη νήσσα, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την αποπροσανατολιστική αφετηρία της συλλογιστικής τους: πως να, δηλαδή, οι καλοί και πιστοί Χριστιανοί ξύπνησαν μόλις εχθές σ' αυτό το μάταιο κόσμο και ήρθαν οι άλλοι, οι κακοί αθρώποι και πέσαν πάνω τους να τους φάνε, χωρίς εκείνοι να 'χουν την παραμικρή ιδέα και δίχως να φταίνε σε τίποτα. Ετούτες οι αθώες περιστέρες, ωστόσο (δεν αναφέρομαι προσωπικά), έχουν ανυπολόγιστη ιστορική ευθύνη (δε μιλώ ηθικά, αυτή τη στιγμή, μόνο αιτιακά) για σωρεία δεινών, που μάστισαν κι εξακολουθούν να μαστίζουν την ανθρώπινη φυλή. Ετούτη η κατακαημένη ράτσα των Sapiens Sapiens αγωνίστηκε γι' αρκετούς αιώνες να πετάξει από πάνω της τη βαριά ταφόπλακα της δεισιδαιμονίας, του φανατισμού και της αμάθειας, της μπίχλας και της δυσωδίας. Όλα ετούτα τα εκατομμύρια των ξεντεριασμένων πτωμάτων στους βωμούς του καλού Θεούλη, στο όνομα του Πάπα, του Πατριάρχη ή της Ιεράς Συνόδου, έχουν ισάριθμα στόματα και κραυγές, που ανεβαίνουν καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι και μας στοιχειώνουν. Ο πιστός που δεν τρομάζει και δεν πισωπατεί από τη βία και το θάνατο, που κουβαλούν στα σπλάχνα τους οι οργανωμένες θρησκείες, που δεν βιάζεται να πάρει απόσταση από το μαφιόζικο ιερατείο του κερατά και να διαχωρίσει το βαθύ πυρήνα της πίστης του, από τη χωματερή του παπαδαριού, που δε γονατίζει με ταπεινότητα στις συζητήσεις σηκώνοντας πάνω του, σχεδόν μόνος, όλη την ενοχή που το σινάφι του έχει προκαλέσει, παρά με αλαζονεία τολμά να ζητά και τα ρέστα, ο πιστός λοιπόν ετούτος - κατά τη γνώμη μου - δεν είναι τίμιος.

Γράφει, ας πούμε κάπου, ο κύριος Κωστάρας:

«Επομένως, αυτός που περιδιαβάζει τον χώρο της μεταφυσικής δεν υποχρεούται να μου αποδείξει τίποτε από όσα ενοράται. Και αυτός που μου λέει ότι βλέπει τον Θεό δεν είναι υποχρεωμένος να μου το αποδείξει.» 

Ετούτη η ανερυθρίαστη αποποίηση ευθυνών είναι τόσο προκλητική, ώστε δυσκολεύεται κανείς να μη ρίξει το εκφραστικό του επίπεδο. Αλλά δεν είμαστε εμείς (άθεοι, αγνωστικιστές ή όποιοι άλλοι), που μπαίνουμε στα σπίτια των Χριστιανών (ή όποιων άλλων) και τους ζητάμε εξηγήσεις. Δεν είμαστε εμείς, που πιάνουμε την κατήχηση από την κολυμπήθρα. Δεν είμαστε εμείς, που 'χουμε γεμίσει κάθε γωνιά με τους ναούς και τα παρεκκλήσια μας. Δεν είμαστε εμείς, που τραβάμε τα παιδιά τους σε λειτουργίες, θείες κοινωνίες κι άλλους τζερτζελέδες. Δεν είμαστε εμείς, που επιβάλαμε για χρόνια στα σχολεία τους την εβραϊκή κατήχηση και παρα-μυθολογία. Δεν είμαστε εμείς, που ζούσαμε για χρόνια παρασιτικά, σα βδέλλες κολλημένες στην πλάτη, τους ώμους και τον τράχηλο πιστών και απίστων, συνοργανωμένοι με τους κρατικούς μαφιόζους. Τελικά, δεν είμαστε εμείς που τριγυρνούσαμε για αιώνες με τις βρωμοποδάρες μας, μέσα στα σπίτια και στα κεφάλια των ανθρώπων, σπέρνοντας και θερίζοντας τη δεκάτη μας, δίχως να μπολιάζουμε την κοινωνία με τίποτα της προκοπής, αφού οι άνθρωποι κοινωνούσαν κι αγαπιόνταν απ' τη φύση τους, πολύ πριν γεννηθεί ο πρώτος Εβραίος. Δεν περίμεναν, δηλαδή, να 'ρθει να τους το δείξει κανένας Μεσσίας.

Έχοντας αυτά κατά νου, ο τίμιος πιστός δεν πρέπει να σηκώνει ψηλά χέρια, πόδια και μύτη, όταν έρχεται αντιμέτωπος με τις ευθύνες του. Δεν πρέπει να εφησυχάζεται στην αλαζονική του ομφαλοσκόπηση, σα να μην ξέρει τίποτα για το φόνο. Αυτός που λέει ότι βλέπει το Θεό, στ' αλήθεια δεν έχει καμία υποχρέωση να μου αποδείξει το παραμικρό. Χεστήκαμε, δεν πα' να βλέπει και την πεθαμένη γιαγιά του ή στρουμφάκια. Αυτός, όμως, που ΜΟΥ λέει ότι βλέπει το Θεό, έχει κάθε υποχρέωση να μου το αποδείξει, γιατί κανείς δεν τον ρώτησε. Μόνος θεώρησε χρέος του ν' αρχίσει σαν την πορδή να διακηρύττει, δεξιά κι αριστερά. Εκείνος δε, που όχι μόνο μου λέει ότι τον βλέπει αλλά μ' εγγράφει και στους καταλόγους του από τα γεννοφάσκια, εκείνος έχει κάτι πολύ μεγαλύτερο και από υποχρέωση απόδειξης (ή συγγνώμης): απαιτείται όλος του ο βίος και οι πράξεις να μαρτυρούν και ν' ακτινοβολούν αυτό το φως, του οποίου ισχυρίζεται πως βρήκε το διακόπτη. Φυσικά, δεν υπάρχουν πολλοί τέτοιοι. Δεν υπάρχουν ούτε καν ελάχιστοι.

Το πρόβλημα με τους πιστούς δεν είναι ότι πιστεύουν σε ό,τι γουστάρουν να πιστεύουν, δίχως να ενοχλούν κανέναν. Το πρόβλημα είναι ότι ενοχλούν και μάλιστα πολύ. Λιγότερο από αγάπη και περισσότερο από συμφέρον, ψωροπερηφάνια, κόμπλεξ κι άλλα κατώτερα συναισθήματα, παίρνουν τις ντουντούκες ή τα κύμβαλα τα αλαλάζοντα και βγαίνουν σαν τους γύφτους να μας πουλήσουν καρπούζια και κοκκινόχωμα. Κι αν το καρπούζι βγει μάπα και το κοκκινόχωμα βρίθει ελμίνθων, τότε γυρνούν με το υφάκι της παρθενοπιπίτσας και σου λένε πως δεν έχουν καμία υποχρέωση ως προς τους λόγους και τα πιστεύω τους. Αν, λοιπόν, το χριστιανικό "προϊόν" ούτε αποδεικνύεται, ούτε μεταλαμπαδεύεται, εφόσον αποτελεί προσωπικό βίωμα, τότε για ποιο λόγο οι φορείς του δεν πάνε στην άκρη, ν' αράξουνε σε μια γωνίτσα μέσα στο χριστιανικό κουκούλι τους, σωπαίνοντας έστω από αιδώ ή ταπεινότητα; Γιατί θεωρούν χρέος τους ν' αποκριθούν με λόγια, συντάσσοντας λογικά επιχειρήματα για να υπερασπίστουν το άλογο, δίχως τελικά να λένε τίποτα; Σε ποιους τελικά απευθύνονται; Δυστυχώς, με αυτό το ήθος, σωστός διάλογος δεν πρόκειται να γίνει ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: